Περήφανα Βουρλά.

DSCN7009΄Αλλο θωριά, άλλο καρδιά …
«Κόρη μου οι Βουρλιώτες ήταν αρχοντάδες, εργατικοί, αξιοπρεπείς άνθρωποι, λίγο τζαναμπέτηδες και πολύ παλικάρια… Το λέει και το τραγούδι …

«στά Σάλωνα σφάζουν ἀρνιά καί στόν Βουτζά γελάδια, στά παινεμένα τά Βουρλά σφάζονται παλικάρια» …

΄Ολος ο ντουνιάς είχε να το κάνει με τη νοικοκυροσύνη τους, τη λεβεντιά τους, την και το χορό τους … Περήφανοι με τις μαύρες βράκες τους, γιλέκο, πουκάμισο και ζωνάρι… Και στο ζωνάρι μαχαίρι … Σεβνταλήδες με τα όμορφα, γελαστοί άνθρωποι, χαρούμενος τόπος… Τις βράκες τις άλλαξαν γρήγορα με τα φράγκικα, πρώτα οι εμπορευάμενοι … Λίγοι γεροντότεροι τις φορούσαν ακόμα … Κι ήταν το χρώμα της βράκας, μαύρο, μαβί (μπλέ) ή γεσιλί (πράσινο), που έδειχνε τη σχόλη ή την καθημερνή … Και μουστάκι παχύ και φέσι μαύρο τις καθημερνές, κιρμιζί (κόκκινο) στις σκόλες … Σκληρά τα ρούχα της δουλειάς, απαλά της σκόλης …

Μεγάλη τάξη στα σπίτια τους και στ΄αμπέλια τους είχαν σειρά… νοικοκυροσύνη σε όλα… Ειδικά στ΄αμπέλια τους, ολόκληρη επιστήμη ήταν για τους Βουρλιώτες τ΄αμπέλι κι η σταφίδα! Μεγάλα και τρανά τ΄αμπέλια τους, περιβόητη η σταφίδα τους … Μόνο στον καφά (κεφάλι) τους δεν είχαν τάξη … ΄Ετσι έλεγα του πάππου σου κι αναψοκοκκίνιζε και μ΄αγριοκοίταζε. Και κάθε φορά που του ΄λεγα … Μουρλά ήταν τ΄όνομα παλιά και κάποιοι Μουρλοί, τα ΄πανε Βουρλά γιατί το Μουρλά δεν τους ήρεσε … από τότενες ήμεινε το Βουρλά… μα Μουρλά θα ήτο πιο σωστό … Και κάθε φορά, 1 μόνο λεπτό μετά, το καταλάβαινε πως τον επειράζω πάλι και μου ΄κανε τον βαριά θυμωμένο, μέχρι που τον επιάνανε τα γέλια … «Πάλι μου την έφερες Μουρλιωτίνα» μου ΄λεγε …

Για να ξέρεις κόρη μου … Τ΄όνομα Βουρλά έμεινε στον τόπο από μια οικογένεια αρχοντάδων … Βρουλλάδες ή Βουρλάδες τους ελέγανε κι ήταν στον τόπο από το Βυζάντιο… ΄Ηταν πάντα όμορφος τόπος, χαρούμενος … 40 χλμ. απ΄τη Σμύρνη, απέναντι απ΄τη Χίο … Απ΄τη Σκάλα στην αρχή, 3 φορές τη βδομάδα έφευγε το καΐκι για τη Σμύρνη. Μετά άρχισαν να πηγαινοέρχονται συχνά-πυκνά τα βαποράκια. Οι Βουρλιώτες ήταν μουρλοί με τη σταφίδα, ροζακιά και σουλτανίνα. Σ΄ όλο τον ντουνιά την έστελναν και καμάρωναν πολύ γι΄αυτό. Σαν ήταν η ώρα της εξαγωγής και 2 και 3 φορές τη βδομάδα έρχονταν μεγάλα ξενικά πλοία φορτηγά και φόρτωναν την περιβόητη σταφίδα για να πάει παντού στον κόσμο… Ο πατέρας μου ήλεγε πως, μόνο στην Αυστρία, μια φορά είχαν στείλει 80000 καντάρια σταφίδα (1 καντάρι = 50 κιλά)! Κι ήταν όλοι χαρούμενοι εκείνες τις μέρες. Γέλια και πειράγματα αντηχούσε η Σκάλα όλη μέρα … και παντού κιβώτια γεμάτα σταφίδα… Και τα βράδυα η «τσικουδιά του Ξύστρη» κοντά στη φάμπρικα γεμάτη … Και το εκκλησάκι του ΄Αη Νεκτάριου φωτισμένο κάθε νύχτα … όσο κράταγε το αλισβερίσι … Εκεί στη Σκάλα ήταν κι όλο και κάποιος για εργάτης για αφεντικό, τις μέρες της φόρτωσης, άναβε ένα κερί, το καντήλι… σ΄ευχαριστία … Οι μεγάλες γιορτές όμως γίνονταν όλες στη μεγάλη εκκλησιά της Παναγιάς … Αυτή που χτίστηκε εξαρχής χάρη στον τσομπάνη που βρήκε το εικόνισμα ανάμεσα στις βουρλιές … Τίποτα δεν είχε τριγύρω, μήτε σπίτι, μήτε μετόχι … Κι έβλεπε ο τσομπάνης το φως τη νύχτα και νόμιζε πως γυάλιζε το έλος … Κι είχε κι ένα πρόβατο που κάθε μέρα χανόταν για κάμποση ώρα και μετά γύριζε … Κι ανησύχησε για το ζωντανό του και μια φορά το ακολούθησε … Κι είδε πως πήγαινε εκεί που τη νύχτα έβλεπε το φως … ΄Ετσι το αποφάσισε να πάει κοντύτερα … Κι εκεί που ήβλεπε το φως βρήκε την εικόνα και το αγίασμα. Πήρε την εικόντα και την έφερε στο χωριό κι οι Ναξιώτες, γιατί ναξιώτες ήσαν σχεδόν όλοι και σχεδόν τότε όλοι χτίστες, που δουλεύαν εργάτες στα χτήματα του Αγά της περιοχής … Κι ο Αγάς τους άφησε και χτίσανε μια παράγκα στην αρχή -το εκκλησάκι τους- για να προσεύχονται γιατί ήταν πρώτοι στη δουλειά τους και δουλευταράδες γεροί κι ήθελε να τους κρατήσει στη δούλεψή του. Γι΄αυτό είχανε φέρει και τις οικογένειές τους … Παράγκα στην αρχή, εκκλησάκι μετά και μετά η Μεγάλη Παναγιά… Το εκκλησάκι έλεγε ο πάππος μου πως ήτο πίσω απ΄το ιερό … και το ονομάτιζε Εύρεση. Ο Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια ή έτσι το θέλει ο θρύλος … Κι οι Ναξιώτες έφεραν και παπά … ΄Ηταν οι μικρασιάτες καλοί χριστιανοί κόρη μου. Πάντα πίστευαν στη βοήθεια του Θεού κι όλοι κατά τη δύναμή τους πάντα πρόσφεραν στην εκκλησιά τους.. άλλος κατιτίς άλλος πολλά …Και λέει πως κάποτε, τότε στα παλιά, μετά που είχενε πάει ο παπάς … πήγε ο Μητροπολίτης απ΄την ΄Εφεσο, επίσκεψη στη Βουρλιωτίνα Παναγιά … Και ζήτησε από τον Αγά την άδεια, η παράγκα να γίνει εκκλησίτσα, μικρή μα κανονική … Κι ο Αγάς συμφώνησε γιατί είχε ευγνωμοσύνη στους κτιστάδες γιατί είχαν κάμει γιοφυράκι να περάσει η «χανούμισσά του» που είχε αποκλειστεί απ΄τα νερά … Ο πάππος μου έλεγε και πως οι χτιστάδες, σαν έχτιζαν την εκκλησιά, είχαν βάλει δέρματα στα σφυριά τους να μην ενοχλούνε τον Αγά … Τρεις φορές χτίστηκε και ξαναχτίστηκε η Παναγιά μας … Μια φορά την πρώτη, μια μετά που τη χάλασε ο σεισμός και μια άλλη σαν πήραν την άδεια να την κάμουν μεγάλη… Κι ήταν την ίδια χρονιά που δώσανε την άδεια και στους Σμυρνιούς … και χτίστηκε η Αγιά Φωτεινή …»

This entry was posted in Χωρίς κατηγορία. Bookmark the permalink.

Comments are closed.