Τα Βουρλά μας,μέσα από την τελευταία ματιά του Ν.Μηλιώρη!

Απόσπασμα από τον Α΄τόμο των Βουρλών……….ΜΕΡΟΣ Α΄ΙΣΤΟΡΙΚΑ.

Bουρλιώτισες-Σουλιώτισες
2 τομοι βουρλά

nikos-milioris (1)

ΒΙΒΛΙΟ ΜΗΛΙΩΡΗ ΒΟΥΡΛΑ

ΛΙΓΑ ΑΠΟΜΑΚΡΑ ΦΩΤΑ

Ένα Αυγουστιάτικο δειλινό του 1921 αποχαιρετούσα γιά υστερνή φορά τα Βουρλά,τον τόπο που γεννήθηκα.
Το ίδιο βράδυ ένα ελληνικό υπερωκεάνειο έσχιζε τα νερά του ερμα’ι’κού κόλπου ταξιδεύοντας από τη Σμύρνη πρός τον Πειραιά . Ήταν αργά και όλοι οι επιβάτες είχαν αποσυρθεί πιά στις καμπίνες τους.Μονάχος σχεδόν,είχα απομείνει στο κατάστρωμα. Τα μάτια μου είχαν μείνει επίμονα καρφωμένα προς το νότο, και μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, από μακριά, από την απέναντι όχθη, λίγα φώτα (τουλάχιστον), λες και η καρδιά μου πάλευε να διαλέξει, να πάρει και να κρατήσει κάποια ανάμνηση. Μπορεί να υπήρχε λίγο φως από την πόλη, μα αυτή ήταν λίγο μακριά, ήταν στο βάθος του ορίζοντα.Το πιο πιθανό όμως να ήταν η Σκάλα,το μικρό αλλά γεμάτο ζωή και κίνηση,εκείνη μάλιστα την εποχή επίνειο και από τις εξοχές,από τα αμπέλια μας. Τα «σεριά» της ροζακιάς δεν είχαν σηκωθεί ακόμα·«το μάτζεμα» δεν είχε τελειώσει και το φως κάποιου φαναριού, σε «κούλα» ή σε «τσαρδάκα», μαρτυρούσε την ύπαρξη των ανθρώπων που ξεκουράζονταν την ώρα εκείνη από τον μόχθο της ημέρας ικανοποιημένοι.Μαζεύοντας την ξανθή και ηλιοψημένη σταφίδα, συναθροίζανε τους καρπούς μιας ολόκληρης χρονιάς και πόσες ελπίδες.

Γύρω στα χλωμά και αδύνατα εκείνα φώτα, κάτω από τον κατάστερο αυγουστιάτικο ουρανό,λες και άκουγα κάτω από τις ελιές και τις κυδωνιές τα τραγούδια,μακρόσυρτους και ανατολίτικους αμανέδες γεμάτους λαχτάρες και ίμερους από τα ξενοιαστα μα και ανήσυχα νιάτα,μα και τις κουβέντες των γέρων και σοβαρων νοικοκυραίων,που καθισμένοι κατάχαμα δίπλα στα «γιγίνια»της ξερής σταφίδας αργοπίνανε ρακί και καπνίζανε τσιγάρα που είχαν στρίψει στο χέρι. Την ίδια στιγμή έκαναν λογαριασμούς και τα σχέδιά τους για την καινούργια χρονιά,που τότε πραγματικά άρχιζε γιά τον τόπο.

Αυτός ήταν και ο τελευταίος ευτυχισμένος Αύγουστος που έζησαν οι Βουρλιώτες.Το Μεγάλο Κακό τους χτύπησε ένα χρόνο μετά, ακριβώς την ίδια εποχή.Και χαθήκανε όλα.Και »σεριά» και »μαξούλια» και»ματζέματα».Σώπασαν οι μακρόσυρτοι αμανέδες που έλεγαν κάτω από τις ελιές και τις κυδωνιές.Και χαθήκανε μυριάδες ανθρώπινες ζωές και στα Βουρλά.Στα Βουρλά τότε δέκα χιλιάδες άνθρωποι έχασαν την ζωή τους και βίωσαν την πιο τραγική περίοδο της Ελληνικής ιστορίας.

Κάποια Βουρλά υπάρχουν και τώρα. Σαν τοπωνύμιο και σαν μια πόλη που ακόμα ζει. Αλλά δεν είναι τα Βουρλά μας αυτά,τα δικά μας Βουρλά,εκείνα που ξέραμε.Αυτά δεν υπάρχουν πια. Τα Βουρλά μας εκείνα, είναι πια παρελθόν και νοσταλγία πικρή και ανάμνηση μονάχα.

Το πλοίο συνέχισε το ταξίδι του και στην ψυχή μου κάτι το ανέκφραστο αναδεύοταν σαν νανούρισμα και σαν συγκλονισμός. Στον ορίζοντα τα φώτα αδυνάτιζαν σιγα-σιγα και χάνονταν. Ορισμένοι ακαθόριστοι όγκοι, ακαθόριστες σκιές έμειναν εκεί πέρα και μετά διαλύθηκαν και χάθηκαν.
Οσα χρόνια κι άν πέρασαν από τότε κρατήθηκαν μέσα μου τα χλωμά και φτωχά φώτα που τρεμοσβύνανε την αυγουστιάτικη εκείνη βραδυά στους «κουλάδες», στις «τσαρδάκες»και στα «σεριά» της υπαίθρου του τόπου μου.

Έτσι, η προσπάθεια μου αυτή να συγκεντρώσω ότι μπόρεσα από την ιστορία και τη χαμένη ζωή των Βουρλών δεν θα ήθελα να πάρει τη μορφή ενός έργου σοφίας. Είναι ένα έργο αγάπης και πίστης.Ενα ευλαβικό ανάθημα σε μιαν Ιερή Αξία.

.Αυτό το έργο, το αφιερώνω στον πατέρα μου και στους άλλους δικούς μου και σε όλους τους Βουρλιώτες, που έπεσαν ηρωικά ή μαρτυρικά εκείνες τις μέρες της μοιραίας δοκιμασίας,είτε μέσα στα Βουρλά κάτω απο τους καπνούς του τρομερού ολέθρου,είτε έκλεισαν εναγώνια και γιά πάντα τα μάτια τους ,έρημοι και ταλαιπωρημένοι σ΄άλλους τόπους της Μικράς Ασίας,τότε και μετά αλλά και πριν,καθ΄όλην εκείνη την τραγικήν περίοδο των πολέμων και των διωγμών.

Το έργο αυτό το αφιερώνω στην μητέρα μου και σε όλους τους «γέρους» μας, αυτούς που έζησαν και πέθαναν με τον ανεπούλωτο μέχρι τέλους πόνο της «χαμένης πατρίδας»,της χαμένης ζωής τους.

Και το παραδίδω στους νέους Βουρλιώτες, στους απόγονούς μας, σε αυτούς που κάποτε ήταν μικροί, μωρά στην αγκαλιά των μανάδων τους, όταν παρασύρθηκαν από τον σίφουνα της Μικρασιατικής Καταστροφής προς τις ακτές του ελεύθερου έθνους, αλλά και σε αυτούς που γεννήθηκαν εδώ….Για αυτούς κοπίασα.……………..Νίκος Ε. Μηλώρης

Και γι΄αυτό θα σε θυμόμαστε,θα σε μνημονεύουμε και θα σ΄ευχαριστούμε αιώνια…………………………………………………..Φώτης Χ.Καραλής.

This entry was posted in Χωρίς κατηγορία. Bookmark the permalink.

Comments are closed.