Το σπίτι κοντά στη θάλασσα (του Γ.Σεφέρη).

 

ΣΕΦΕΡΗΣ ΒΑΡΚΑ

Αφορμή γι’ αυτή την ανάρτηση στάθηκε η συνεχιζόμενη και πολυδιαφημιζόμενη τουριστική ατραξιόν γύρω από το σπίτι του Σεφέρη στη Σκάλα των Βουρλών.Το περιβόητο  Hotel Seferis,το οποίο βέβαια δεν έχει καμμία σχέση με το σπίτι του παππού του Σεφέρη,του Γ.Τενεκίδη το οποίο ήταν δίπλα στον καφενέ του Μπατή.

Εψαξα στις «Μέρες Ε΄» και βρήκα τις εντυπώσεις όπως τις κατέγραψε ο ποιητής το 1950  επιστρέφοντας  στα χώματα της παιδικής του ηλικίας.

«1 Ιουλίου 1950″
Έπειτα,κατά τη Σμύρνη:γνώριμος αέρας, γνώριμο ύφος της εξοχής, και τ’ άρωμα των βοτάνων.Έπειτα,σιγά σιγά από μέσα, σου ανεβαίνει στο μυαλό η γνωστή στη μνήμη,και τόσο άγνωστη τώρα,πολιτεία-Θεέ μου,τι πάω να κάνω…

Όπως, αν τύχει
και μπεις μια νύχτα
στην πολιτεία που σ’ ανάθρεψε
κι έπειτα συθέμελη τη χάλασαν και την ξαναχτίσαν
και παλεύεις να μετακινήσεις άλλους καιρούς
για να ξαναβρεθείς…

ΣΚΑΛΑ ΒΟΥΡΛΩΝ ΠΙΝΑΚΑΣ τέλι 1800

«2 Ιουλίου 1950″
Βγήκαμε στον καροτσόδρομο των Βουρλών (τώρα ονομάζονται Urla)…Οι αλλαγές δε με πειράζουν σήμερα, όπως χτες στην παραμορφωμένη Σμύρνη. Είμαι δεμένος ολόκληρος με το πρόσωπο της Σκάλας. Αυτό βαραίνει περισσότερο…είμαι ο προσηλωμένος συνεργός σε μια μαγική τελετή που δεν καταλαβαίνω.Ξέρω πως θα συμβεί μια κρίση και δεν μπορώ να υπολογίσω τις συνέπειές της…πως την ετοίμασα εγώ αστόχαστα,πως έκανα ίσως κάτι σαν πρόσκληση στους νεκρούς,ένα βιασμό της φύσης των πραγμάτων…μια αδιάντροπη πράξη.
Είναι αργά να γυρίσω πίσω-το μηχάνημα έχει ξεκινήσει:είμαι δεμένος στο νήμα αυτής της ακρογιαλιάς , που κάποιος τυλίγει από την άλλη άκρη, συστηματικά,αναπότρεπτα.Όμως αγέρας,χρώμα, ουρανός,άφθαρτα,νικηφόρα-δεν ξέρεις αν το μάτι σου βλέπει ή ψηλαφεί…
Στρίψαμε προς τη θάλασσα:όχι γαλήνη αλλά μια εφιαλτική ακινησία.Το τοπίο ήταν το εσωτερικό μιας σφαίρας,και τα πράγματα,κλεισμένα μέσα σ’ αυτη τη σφαίρα,κι εγώ μαζί τους,μίκραιναν ολοένα και στένευαν και χαλνούσαν,όσο να γίνουν μια τσακισμένη μακέτα των περασμένων, ξεχασμένη σ’ ένα ράφι…

ΚΑΦΕΝΕΣ ΤΟΥ ΜΠΑΤΗΗ

Η ξύλινη ΄΄βαπορόσκαλα» δεν υπάρχει αλλά παραξενεύτηκα που έμεναν ακόμη 5-6 από τα χοντρά δοκάρια της.Οι κάμαρες του καφενέ του Μπατή στέκουνται με τα πάνω χτίσματα.
Έπειτα,λίγα πράγματα που δεν αναγνωρίζω-έπειτα, το «σπιτάκι» μας.
Τα τζάμια του κάτω παραθύρου σπασμένα, η σιδερένια πόρτα φριχτά σκουριασμένη-δε θα την ξανάβαψαν από τα δικά μας τα χρόνια.Έχω ακόμη το κλειδί της στην Αθήνα….Τα παραθυρόφυλλα στο απάνω πάτωμα σάπια-έμοιαζαν να μην κλείνουν ποτέ.Οι τοίχοι λεπροί.Προσπάθησα να κοιτάξω το εσωτερικό του σπιτιού…ξεχώρισα το τζαμωτό χώρισμα της τραπεζαρίας…δεν έφεγγε αρκετά παρακάτω.Καθώς παίρναμε φωτογραφίες, δυο τρία παιδάκια ξετρύπωσαν από τη σκουριασμένη πόρτα σαν μεγάλοι αρουραίοι…

ΣΠΙΤΗ ΣΕΦΕΡΗΗ

Έκανα το γύρο περπατώντας στο βραχίονα του λιμανιού ως το φανάρι-ασβεστωμένο τώρα,μοιάζει από αλάτι…
Εκεί,στην άκρη,πλάι στο φανάρι, γύρισα απότομα τη ράχη στα σπίτια που με κοίταζαν σαν άρρωστα ζώα.Έτσι,που θα ‘λεγες πως μόνο από μένα κρατιούνταν η λίγη ζωή που τους έμενε ακόμη. Κοίταξα τα νησιά μου: η θάλασσα τρομερά ζωντανή κι ο αγέρας που γύρευε να τη συναρμολογήσει με το νεκρό πρόσωπο μιας νέας κοπέλας-καημένη Σκάλα…
Στο δικό μας σπίτι μένουν τα πίσω χτίσματα-κι εδώ όλα κλειστά…δεν μπόρεσα να βρω τ’ αρχικά μου που είχα χαράξει με το μυστρί σ’ ένα τοίχο όταν ήμουν δέκα χρονώ…
Πέρα από το περιβόλι,ξαφνίστηκα που το μαγκανοπήγαδο βγάζει ακόμη νερό-το γύριζε ένας μικροσκοπικός γάιδαρος.Ζει και η μουριά που το ίσκιαζε,αλλά παρακάτω χάος:ούτε αμπέλια,ούτε λιόδεντρα,ούτε ροδιές,ούτε συκιές:ένας χέρσος τόπος.Από το άλλο μέρος,δεξιά, η πιο μεγάλη απουσία:ο γερο-πλάτανος μάς άφησε χρόνους…εκείνο το τεράστιο δέντρο που χαλνούσε τον κόσμο τ’ απογεύματα με τα σπουργίτια του.

Η εκκλησιά μας, του Αγίου Νεκταρίου του Βουρλιώτη,(ο Άης Νικόλας ο μάρτυρας γιά τους Βουρλιώτες),έχει γίνει σχολείο.

Ναός του Αγίου Νεκταρίου BΟΥΡΛΑ

(Βλέπω τη μάνα μου, με το ασημωμένο εικόνισμα της Παναγιάς στην αγκαλιά της πηγαίνοντας εκεί κάθε Δεκαπενταύγουστο)…»

Η ξύλινη ΄΄βαπορόσκαλα» δεν υπάρχει αλλά παραξενεύτηκα που έμεναν ακόμη 5-6 από τα χοντρά δοκάρια της.Οι κάμαρες του καφενέ του Μπατή στέκουνται με τα πάνω χτίσματα.
Έπειτα,λίγα πράγματα που δεν αναγνωρίζω-έπειτα, το «σπιτάκι» μας.

Μα θα ήθελα να κλείσω μ” ένα απόσπασμα από την «Κίχλη».

Το σπίτι κοντά στη θάλασσα.

«…..Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν.
Έτυχε να’ ναι τα χρόνια δίσεχτα
πολέμοι, χαλασμοί, ξενιτεμοί
κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει…το κυνήγι
ήταν καλό στα χρόνια μου,πήραν πολλούς τα σκάγια
οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στα καταφύγια.

Μη μου μιλάς για τ” αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό
μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα
που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της
δεν ξερω πολλά πράγματα από σπίτια
ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.
Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά
που παίζουν στα περβόλια με τα κρόσσια του ήλιου,
κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες
γυαλιστερές πάνω στη μέρα
Όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,
ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισμώνουν
μ’ εκείνους που έμειναν, μ’ εκείνους που έφυγαν
μ’ άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν
ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε
ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο.

Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια,
θυμάμαι τη χαρά τους και τα λύπη τους
καμιά φορά, σα σταματήσω…
ακόμη καμιά φορά,κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές
μ” ένα κρεβάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τη βραδινήν αράχνη συλλογιέμαι
πως κάποιος ετοιμάζεται να “ρθεί,πως τον στολίζουν
μ” άσπρα και μαύρα ρούχα με πολύχρωμα κοσμήματα
και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλιά και σκοτεινές δαντέλες,
πως ετοιμάζεται να “ρθεί,να μ” αποχαιρετήσει
ή,μια γυναίκα ελικοβλέφαρη,βαθύζωνη
γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακούσες Αλεξάντρεια,
από κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα,
με αρώματα χρυσών καρπών και βότανα,
πως ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει
εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω απ” τη σκάλα.

Ξέρεις τα σπίτια πεισμώνουν εύκολα σαν τα γυμνώσεις…»

This entry was posted in Χωρίς κατηγορία. Bookmark the permalink.

Comments are closed.