Ο μπάρμπας μου ο Παναγής.

παναησΟ Μπάρμπας Μου Ο Παναγής – 2000

………………Kοντραμπατζής
Ο λαθρέμπορος. Ο όρος αναφέρονταν κυρίως σ” αυτούς που έκαναν λαθρεμπόριο δια θαλάσσης. Ο αντίστοιχος όρος για την ξηρά ήταν κατσιρματζής ή κατιρματζής. Η ακμή των κοντραμπατζήδων είναι από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι την Μικρασιατική Καταστροφή, αν και κάποιοι συνέχισαν και αργότερα σε περιορισμένη κλίμακα. Οι κοντραμπατζήδες είχαν δικό τους «κώδικα τιμής» (π.χ. έκαναν αγαθοεργίες, απέδιδαν δικαιοσύνη υποστηρίζοντας τους αδυνάτους) και είχαν γίνει ένα είδος λαϊκών ηρώων.
Στα Βουρλά είχαν και το σινάφι τους.Αυτό των κοντραμπατζήδων και τιμούσαν κάθε Δεκέβρη τον άγιό τους.Τον Αγιο Ελευθέριο!
Ο κοντραμπατζής,ο Βουρλιώτης ή Αϊβαλιώτης, είναι η απόλυτη λεβεντιά, όπως την οραματίζεται ο αγνός μας λαός παρουσιασμένη από έναν άνθρωπο. Λεβεντιά στο κορμί, λεβεντιά στο ψυχή, λεβεντιά στη καρδιά. Είχε βέβαια σκοπό το κέρδος. Μα μαζί μ” αυτό πιο πολύ τον ξεσήκωνε η ιδέα πως μεταφέροντας απ” το λεύτερο ελληνικό κράτος και πουλώντας κρυφά τα καπνά, το μπαρούτι και τα πολεμικά τουφέκια-τίποτα άλλο- έδειχνε τη σωματική του αξιοσύνη αλλά και την παλικαριά να αψηφά τους ζαπτιέδες και τους κολτζήδες.
Ο Ηλίας Βενέζης στην «Αιολική Γη» τους περιγράφει έτσι:
«Ήταν θεοπάλαβα, χαμένα κορμιά. Μέσα τους έκαιγε ένας δαίμονας, το πάθος για το αίμα και για τον κίνδυνο. …ποτές κανένας κοντραμπατζής δε φύλαγε το χρυσάφι…Το σκορπούσαν σε γλέντια, το ξόδευαν σε γυναίκες, το μοίραζαν σε φτωχές νοικοκυρές.»

Στίχοι: Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου
Μουσική: Γιώργος Στεφανάκης
1. Μιχάλης Ζαμπέτας
2. Αργυρώ Καπαρού

Είχα ένα μπάρμπα εγώ νταή
Τον ξακουστό τον Παναγή
Καμάρι κι ασικλίκι
Λάζο στη μέση του χωστό
Μουστάκι μαύρο γυριστό
Καφέ αμάν και αγαπητιλίκι

Μες τα Βουρλά κατιρματζής
αντάμης και κοντραμπατζής
και της τουρκιάς ο τρόμος
καβάλα σε λιγνό φαρί
το μάτι του θόλο βαρύ
πατούσε κι έτρεμε ο δρόμος

Είχε σκοτώσει τσαντιρμά
Όταν περνούσε κατσιρμά
Μπροστά απ’ το καρακόλι
Για να γλιτώσει τα καπνά
Σκαρφάλωσε από τα βουνά
Και τα φευγάτισε στην Πόλη

Τσακιρισμένος μια βραδιά
Κι ως ήταν άντρας με καρδιά
Τον βάρεσε η τρέλα
Και μπαμ και μπουμ τις πιστολιές
Ξεσήκωσε τις γειτονιές
Κι έσπασε δυο μπορντέλα

Φτωχό σαν λάχαινε να δει
Δάκρυζε σαν μικρό παιδί
Κι ως είχε και παράδες
Κάθε Χριστού και Πασχαλιά
Μοίραζε ψώνια αγκαλιά
Στους φτωχομαχαλάδες

Η μάνα μου η Αλισαβώ
Και η νενέ μου η Τζεβώ
είχαν συχνά μπελάδες
γιατί μας βγάζαν αβανιές
Πως στου σπιτιού μας τις γωνιές
Κρύβαμε κατιρμάδες

Και κάποιο δειλινό μουντό
Μας τον εφέραν σηκωτό
Στο σπίτι λαβωμένο
Με ματωμένη τραχηλιά
Σπασμένη ραχοκοκαλιά
Πολύ βαριά μαχαιρωμένο

Και πρίν χάραξει η αυγή
Και πριν ο ήλιος καλοβγεί
Τον στόλιζαν στη κάσα
Τον κλαίει Τσεσμές και Αϊβαλί
Τον μπάρμπα μου τον Παναή
Πήρ’ η Τουρκιά ανάσα

Τον έφαγε μια παστρικιά
Μια του παλιά αγαπητικιά
Αχ έρημη αγάπη
Γιατί ο μπάρμπας μου θαρρώ
Κρυφά της τάχε από καιρό
Με την Αγγέλα του Αράπη

Και την παράλλη την αυγή
Βγάζει η Τουρκιά διαταγή
Ο κιρχανάς να κλείσει
Μη σκοτωθεί κι άλλος ραγιάς
Απ’ τα σεκλέτια της καρδιάς
Κι η ρωμιοσύνη σβήσει

Μα σβήστηκε ο Παναής
Απ’ τα κιτάπια της ζωής
ας έχει σχώριο η ψυχή του
Αυτόν που έτρεμε η Τουρκιά
Τον έφαγε η αγαπητικιά
Και πήγε τσάμπα η ζωή του

(Μεγάλωσα κι εγώ που λες
Κοπέλα μες τις κοπελιές
Και τ’ Αϊβαλιού λουλούδι
Τον μπάρμπα μου δεν τον ξεχνώ
Κι έκατσα αυτό το δειλινό
Και σας τον έκανα τραγούδι)

Καθώς τα λόγια της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου περιλαμβάνουν πολλά «εμπόδια» για μας τους νεότερους, παραθέτω ένα μικρό γλωσσάρι που είχε φτιαχτεί κάποτε κάπου αλλού με αφορμή μια κουβέντα για το τραγούδι. Προσθήκες και βελτιώσεις επιθυμητές.

Για τις παλιές λέξεις στους στίχους κατά σειρά εμφανίσεως:

Το λάζο είναι σουγιάς, σπαστό μαχαιράκι

Χωστό θα πει κρυφό

Το γυριστό μουστάκι ένδειξη κοκκεταρίας.

Τσαντιρμάς όντως ο μπάτσος

Κατσιρμά ως επίρρημα σημαίνει κρυφά. Στις αρχές του αιώνα οι σχολικές κοπάνες λεγόντουσαν κατσιρμάδες (κρυψίματα)

Καρακόλι είναι η περίπολος αλλά και η ενέδρα. Μάλλον εδώ το πρώτο. Η έννοια μπάτσος εμφανίστηκε μετά το 22 και η έννοια στρατονόμος μεταδικτατορικά.

Κατιρματζής είναι ο λαθρέμπορος. Επί Οθωμανών υπήρχε ένας τεράστιος υπόκοσμος που ζούσε από το λαθρεμπόριο καπνών για το οποίο υπήρχε αυστηρότατος έλεγχος. Οι έλληνες της ανατολής πρωτοστατούσαν σε αυτή τη δραστηριότητα.

Αντάμης είναι ο παλληκαράς. Στην πελλοπόννησο προφέρεται αδάμης.

Κοντραμπατζής είναι πάλι ο λαθρέμπορος αλλά ο θαλάσσιος

το μάτι του θόλο βαρύ είναι ένας υπαινιγμός για τη χρήση χασίς

Τσακιρισμένος πάει να πει σε τσακίρ κέφι, μεθυσμένος

Αλισαβώ είναι χαϊδευτικό του Ελισσάβετ. Τυπικό μικρασιάτικο. Το Τζεβώ δεν ξέρω, φαντάζομαι του Ευγενία ή του Ευτυχία

Νένε η γιαγιά

Αβανιά είναι η κακογλωσσιά

Κατιρμάδες τα λαθραία

Παστρικιά είναι η πόρνη. Βλέπετε οι πόρνες ήταν οι μόνες γυναίκες που πλένονταν,τακτικά,την ωραία εκείνη εποχή που η καθαριότητα θεωρούνταν ανήθικη

Κιρχανάς ή κερχανάς κανονικά το μαγαζί. Εδώ το μπουρδέλο. Η παράγωγη λέξη κερχανατζής που είναι ακόμα σε χρήση σημαίνει μαγαζάτορας ή μπουρδελιάρης.

This entry was posted in Χωρίς κατηγορία. Bookmark the permalink.

Comments are closed.