Ψήγματα ιστορίας από το χρονικό μιας μεγάλης τραγωδίας.

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

 

 

100 χρονια απι τη καταστροφηΈχοντας περάσει 100 χρόνια από την τελευταία Πρωτοχρονιά της Μικρασίας, την Πρωτοχρονιά του μοιραίου έτους 1922, ας στρώσουμε τη θύμησή της με ροδανθούς και υάκινθους, αφήνοντας τη φαντασία να μας σεργιανίσει σε παρα­δείσους χαμένους αλλά όχι ξεχασμένους: τα Βουρλά,το Αϊβαλί, τα Αλάτσατα, το Αδραμύτιο και το Αίδίνι, το Δικελί, την Έφεσο και τον Τσεσμέ,τη Μενεμένη και τα Μουδανιά,το Μαρμαρίσι και τα Μοσχονήσια,την Προύσα, την Πάνορμο και την Πέργαμο,τη Σινώ­πη, τη Σαμψούντα και την Τραπεζούντα,τη Φώκαια και τη Σμύρνη.Τη Σμύρνη,το “Διαμάντι της Ανατολής”, το “Στέμμα της Ιωνίας” την “πόλη του θρύλου και του πόνου”…

Η Σμύρνη, η “γκιαούρ Ισμίρ”, υποδέχεται την Πρωτοχρονιά του ’22 με ευχές στα αρμενικά, τα ιταλικά, τα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ολλανδικά και κυρίως στα ελληνικά, αφού η συντριπτική πλειο­ψηφία είναι Έλληνες. Η Σμύρνη με τα τριάντα σχολεία,την Ευαγγελική Σχολή, το Κε­ντρικό Παρθεναγωγείο, το Ομήρειο Ίδρυμα κλπ., με τα τέλεια οργανωμένα νοσοκομεία (με πρώτο και καλύτερο το Γκραικικόν) και τους αρρώστους που καταφθάνουν από παντού για να θεραπευτούν, με τα δραστήρια φιλανθρωπικά της ιδρύματα,με τα αθλη­τικά σωματεία της (όπως ο Πανιώνιος και ο Απόλλων) και τις λέσχες της, που συγκέντρωναν όλη την “εκλεκτή κοινωνία”, με τα πολυτελή θέατρα (όπως η Νέα Σκηνή, το Θέατρο Σμύρνης, το Σπόρτιγκ Κλαμπ, το Κράμερ) και τους δώδεκα κινηματογρά­φους της,τις τράπεζες……..και προπαντός η ονειροπόλα Σμύρνη με τον απελευθερωτικό ελληνικό στρατό και με τις δεκαέξι πανέμορ­φες ορθόδοξες εκκλησίες της υποδέχεται τον Αϊ-Βασίλη και τον καινούριο χρόνο….

Η μητρόπολη Αγία Φωτεινή λαμποκοπά μέσα κι έξω. Ο επιβλητικός μητροπολίτης Χρυ­σόστομος με τα χρυσά του άμφια αστράφτει σαν αληθινός βυζαντινός αυτοκράτορας πάνω στο θρόνο του. Το βλέμμα του όμως είναι βυθισμένο στοχαστικά και ανήσυχα στο μέλλον. Λαλεί χαρμόσυνα το πανύψηλο καμπαναριό της Αγίας Φωτεινής καθώς το μεγάλο βαυαρικό ρολόι του δείχνει ακριβώς 12 κι αντιλαλούν οι καμπάνες των άλλων εκκλησιών απ’ την πόλη και τα μαγευτικά περίχωρά της: το Κορδελλιό,το Μπαϊρακλή,το Καρατάσι,την Καλλιθέα,το Μπουρνόβα, το Χατζηλάρ,τον Παράδεισο, το Βουτζά,το Σεβδήκιοϊ……….
«Τα στενά της σοκάκια, οι φαντασμαγορικοί βερχανέδες της, τα αρχαϊκά της σπίτια, τα καφασωτά παράθυρα, τα αιώνια μπαλκόνια, οι μιναρέδες, τα ψηλά κωδωνοστάσια, οι τρούλοι της, τα σαχνισίδια της μέσα στο τρεμουλιαστό φως των φαναριών της έδιναν στην πόλη μια εντύπωση έντονα ειδυλλιακή, κάποιο μυστικισμό…» πάντοτε. Μέσα όμως στη νύχτα της παραμονής της Πρωτοχρονιάς του ‘22 οι μιναρέδες και τα κωδωνοστάσια έμοιαζαν να αποκρεμιούνται σ’ ένα αγκάλιασμα ερωτικό ή θανατηφόρο……..

Άσε τι γινόταν με τη βασιλόπιτα. «Η νοικοκυρά έβαζε μέσα το φλουρί. Η ίδια σχεδίαζε δικέφαλους αητούς και διάφορα πλουμιά με καρεφούλλια (γαρύφαλα) και μύγδαλα.Συνή­θως πατούσε στη μέση μια ρομβοειδή σφραγίδα με το δικέφαλο αητό, απ΄ αυτές που σκά­λιζαν οι μοναχοί στο Άγιο Όρος. Η ίδια σκαρίφιζε με ζυμάρι τη χρονολογία. Σαν τρελά μπαινόβγαιναν τα παιδιά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Πότε θα ‘ρθει η ώρα να κό­ψουν την πίτα… Να δουν σε ποιον θα πέσει το φλουρί… Πότε θα μοιράσουν τα ρεγάλα και τους μποναμάδες… Κι οι μεγάλοι αγωνιούσαν για τα ρεγάλα. Ήξεραν ότι όλα ήταν αγο­ρασμένα απ’ του Ξενόπουλου, απ’ τον Μπον Μαρσέ, απ’ τα μεγάλα καταστήματα της Σμύρνης. Πάνω στο στρογγυλό τραπέζι της τραπεζαρίας, η λεγένη(μεταλλική λεκάνη,μεγάλη γαβαθα) γεμάτη καρύδια, μύ­γδαλα, φουντούκια, “μάνα του Ουρανού”, κουκουνάρια, σταφίδες, σύκα, κουρμάδες, δα­μάσκηνα,λεμπλεμπούδες(αφράτα στραγάλια). Στη μέση ένα αναμμένο κερί, και τα παιδιά να μπαινοβγαί­νουν, να γεμίζουν τις τσέπες και να μασουλίζουν. Δε σταματούσαν τα κάλαντα και οι ευ­χές στην ξώπορτα…».
Βέβαια, «κάθε παλιά Σμυρνιά, την παραμονή στον εσπερινό, έστελνε στον εφημέριο της ενορίας το κόνισμα του Αγίου Βασιλείου με τον άρτον για το Ύψωμα. Και την άλλη μέρα, ξωλείτουργα ο παπάς ήθελε να πάει στο σπίτι να ψάλει το Απολυτίκιον και το Μεγαλυνά­ριον του Αγίου: “Τον ουρανοφάντορα του Χριστού…”. Η νοικοκυρά κρατούσε μια άσπρη πετσέτα ανοιχτή και ο παπάς βαστώντας τον άρτον τον ύψωνε εκ τρίτου αναφωνών: “Μέγα το όνομα…”. “Της Αγίας Τριάδος”, συμπλήρωνε η οικοδέσποινα. “Πάτερ όσιε, βοήθει τους δούλους σου”, ξανάλεγε ο παπάς κι έκοβε ανάλογες μερίδες, ευλογία για τους εορτάζοντας.

Έτσι έγιναν όλα, όπως κάθε χρόνο, την Πρωτοχρονιά του 1922.

Όμως, μήπως δε σταύ­ρωσαν την πίτα “τρις” με το μαχαίρι;

Μήπως δε “μελέτησαν” σωστά τα κομμάτια της;

Μήπως δεν πάτησαν σωστά πάνω της τη σφραγίδα και ο δικέφαλος αποτυπώθηκε μονοκέ­φαλος ή ακέφαλος;
Μήπως το “φλουράκι” το κέρδισε το Τουρκάκι που παραστεκόταν ή του το “μαρτύρησε” το πονηρό Φραγκάκι;
Μήπως δεν πέτυχε ο αϊβασιλιώτικος χαλβάς της Κασταμονίτισσας;
Η μήπως ξέχασαν να ανανεώσουν τα παλιά κλαδιά ελιάς και δάφνης στα εικονοστάσια τους;
Μήπως, πάλι, έπιασαν κάποιες κατάρες των Λε­βαντίνων εμπόρων που είχαν θησαυρίσει κάτω απ’ το παλιό τουρκικό καθεστώς των διο­μολογήσεων και τώρα έβλεπαν ότι δεν μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τους Έλληνες;
Ή μήπως πίσω απ’ τα καφάσια των παραθύρων τα κατακόκκινα από λύσσα μάτια των Τούρκων “μάτιαζαν” το Ελληνικό στοιχείο, που ζούσε το όνειρο της Ανάστασης;
Δεν μπορεί, κά­ποιο κακό σημάδι θα είδαν οι Μικρασιάτες την παραμονή ή ανήμερα της Πρωτοχρονιάς!…
Την Πρωτοχρονιά του 1922 η τραγωδία του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας βρί­σκεται σε κορύφωση.
Όλα όμως έγιναν όπως κάθε χρόνο στη “Βασιλίδα της Ιωνίας” και τα περίχωρά της. Γιατί, όπως γράφει ο Η. Βενέζης:
«Η καταιγίδα, η καταστροφή πλησία­ζαν. Εμείς ήμαστε τότε σχεδόν παιδιά, δεν είχαμε νου και μάτια να δούμε. Αλλά οι πατέρες μας, που είχαν και τα δυο, δεν ήθελαν να δουν. Δεν είχαν μήτε φαντασία. Η ζωή των ελληνικών κοινοτήτων συνεχιζόταν μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα ευφορίας – που είναι χαρακτηριστική των απελπισμένων καταστάσεων…».
Για κάποιους ασφαλώς στα παρασκήνια ή και στις κερκίδες του παγκόσμιου αυτού θεάτρου όλα αυτά είναι απλώς στοιχεία τραγικής ειρωνείας, αφού το ξέρουν ή το φαντάζονται ότι πρόκειται για την τελευταία Πρωτοχρο­νιά των Ελλήνων στη Μικρά Ασία.

Το τελευταίο, βέβαια, επεισόδιο της τραγωδίας (η «κα­ταστροφή», η «έξοδος») θα παιχτεί «επί σκηνής» τον Αύγουστο του ίδιου έτους…

Από τότε οι Μικρασιάτες, μπορεί να μετρούσαν όπως όλοι οι χριστιανοί το χρόνο με αφετη­ρία τη Γέννηση του Χριστού, ως πρόσφυγες όμως αναμετρούσαν το χρόνο με αφετηρία την αποφράδα εκείνη μέρα του Αυγούστου που οι πύρινες γλώσσες έζωσαν θανατηφόρα τον Ελληνι­σμό της Μικρασίας, αφανίζοντας ένα μεγάλο κομμάτι του και ξεριζώνοντας το υπόλοιπο από τα χώματα όπου για τριάντα ολόκληρους αιώνες ζούσε και δημιουργούσε έργα θαυ­μαστά. Γι’ αυτό και η βασιλόπιτά τους ουσιαστικά ήταν συνδυασμός του “εορτα­στικού” άρτου και του “μελίπηκτου” των αρχαίων προσφορών προς τους θεούς και προς τους νεκρούς αντίστοιχα!
Tον Αύγουστο.
Ω εκείνο τον καταραμένο Αύγουστο του ΄22.
Τότε που οι ζωντανοί ζήλεψαν τους νεκρούς.
Η μεγαλύτερη πανωλεθρία του Ελληνισμού τερμάτισε τη μακραίωνη παρουσία του στην Ιωνία και άλλαξε την πορεία του για πάντοτε.

Στο τέλος του καλοκαιριού το 1922 ο Ε.Σ είχε καταρρεύσει στα βάθη της Ανατολίας και υποχωρούσε άτακτα προς τα μικρασιατικά παράλια, με τις δυνάμεις του Κεμάλ να τον ακολουθούν ακάθεκτες. Οταν οι πρώτοι κουρελιασμένοι Ελληνες στρατιώτες με τους πρώτους πρόσφυγες από την ενδοχώρα έφτασαν στη Σμύρνη στα τέλη του Αυγούστου (με το παλιό ημερολόγιο), οι κάτοικοι έδειξαν τα πρώτα σημάδια πανικού. Κάποιοι πίστευαν ότι ο ελληνικός στρατός θα δημιουργούσε μια ασφαλή ζώνη περιμετρικά της Σμύρνης, ώστε να διευκολύνει τον χριστιανικό πληθυσμό να καταφύγει στα ελληνικά νησιά.

Φευ!Επλανήθηκαν πλάνην οικτρά και πεπλανημένη.

Τις δύο πρώτες μέρες η βία περιοριζόταν στην αρμενική συνοικία Πολλά από τα κέντρα ψυχαγωγίας στην προκυμαία παρέμεναν ανοιχτά. Οταν η βία εξαπλώθηκε και στην υπόλοιπη Σμύρνη και όταν και οι πλέον αισιόδοξοι συνειδητοποίησαν τη μοίρα τους, ήταν πλέον αργά.
Tην Τετάρτη 31 Αυγ./13 Σεπ.(ν.η)1922, λίγο μετά το μεσημεριανό φαγητό, η Μίννι Μιλς -μια Αμερικανίδα που ζούσε στη Σμύρνη- έριξε μια ματιά από το παράθυρό της και πρόσεξε ότι ένα από τα γειτονικά κτίρια είχε πιάσει φωτιά. Κοίταξε καλύτερα και σοκαρίστηκε όταν είδε έναν Τούρκο αξιωματικό να μπαίνει σε ένα δεύτερο κτίριο με μικρούς τενεκέδες πετρελαίου. «Μέσα σε λίγα λεπτά,» έγραψε αργότερα, «το σπίτι τυλίχθηκε στις φλόγες».Η δεσποινίς Μιλς δεν ήταν ο μόνος αυτόπτης μάρτυρας στη Σμύρνη που είδε το ξέσπασμα της φωτιάς εκείνη τη μοιραία μέρα του Σεπτεμβρίου. Αρκετοί από τους συναδέλφους της στο Αμερικανικό Κολεγιακό Ινστιτούτο της πόλης παρακολουθούσαν με ορθάνοιχτα μάτια Τούρκους στρατιώτες να μπαίνουν σε κτίρια, να τα καταβρέχουν με πετρέλαιο και να τους βάζουν φωτιά. Δεκάδες μικρές φωτιές δεν άργησαν να γίνουν μία τεράστια πυρκαγιά. Με έναν ισχυρό άνεμο που φυσούσε από τη στεριά, εξαπλώθηκε ταχύτατα στις διάφορες συνοικίες μέχρις ότου μεγάλο μέρος της πόλης παραδόθηκε στην κόλαση της φωτιάς.Η μοναδική περιοχή που γλίτωσε -λόγω του ανέμου- ήταν η τουρκική συνοικία. Δεκάδες χιλιάδες Ελληνες της Ανατολίας είχαν συρρεύσει στην πόλη μετά την ήττα του ελληνικού στρατού στο εσωτερικό της χώρας. Αυτοί οι πρόσφυγες αναζητούσαν προστασία από τον τουρκικό εθνικιστικό στρατό του Μουσταφά Κεμάλ, βέβαιοι ότι οι δυνάμεις του δεν θα τολμούσαν ποτέ να εισέλθουν στη Σμύρνη. Στο κάτω-κάτω, 21 συμμαχικά θωρηκτά ήταν αγκυροβολημένα στον κόλπο.
Η πυρπόληση και η καταστροφή της Σμύρνης τον Σεπτέμβριο του 1922 ήταν το τελευταίο από μια σειρά τραγικών γεγονότων που οδήγησαν στην έξωση και τον αφανισμό του ελληνικού στοιχείου από τη Μικρά Ασία.

Στα μέσα Αυγούστου 1922, με την υποχώρηση του ελληνικού στρατού από το Αφιόν Καραχισάρ άρχισε και η αναχώρηση μεγάλου μέρους του χριστιανικού πληθυσμού από τις πόλεις και τα χωριά του εσωτερικού.Η καθημερινή άφιξη τρένων που μετέφεραν τα υπολείμματα του στρατού και δεκάδες πρόσφυγες στην πόλη της Σμύρνης, οι διηγήσεις και οι φήμες για την κατάρρευση του μετώπου, μεγάλωναν την ένταση και την ανησυχία του τοπικού πληθυσμού, ενώ οι φανερές πια προετοιμασίες της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης για αναχώρηση δεν άφηναν σε αυτούς που μπορούσαν να δουν την παραμικρή αμφιβολία για την κατοπινή εξέλιξη των γεγονότων.Από τις 25 Αυγ./7 Σεπτεμβρίου (ν.ημ.) οι χιλιάδες των προσφύγων, Ελληνες και Αρμένιοι, κατέκλυζαν όλο το μήκος της προκυμαίας της Σμύρνης, περιμένοντας πλοία για να τους μεταφέρουν στα γειτονικά ελληνικά νησιά. Μάταια όμως. Με την αναχώρηση των ελληνικών αρχών στις 26 Αυγ./8 Σεπτεμβρίου, η αντίστροφη μέτρηση για την ελληνική Σμύρνη είχε αρχίσει. Την επόμενη μέρα, οι πρώτοι Τούρκοι ιππείς μπήκαν στην πόλη και αργότερα έφτασε ο νέος στρατιωτικός διοικητής της πόλης Νουρεντίν πασάς.Με προκήρυξη απαγόρευε την κυκλοφορία των κατοίκων μετά τις 7 το βράδυ και δήλωνε ότι η τιμή, η ζωή και η περιουσία των κατοίκων θα τύχαιναν σεβασμού. Παρά τις καθησυχαστικές διαταγές του Νουρεντίν, οι λεηλασίες καταστημάτων και σπιτιών, οι αρπαγές γυναικών και οι φόνοι που είχαν ήδη αρχίσει από την προηγούμενη, συνεχίζονταν σε εντονότερο βαθμό.
Οι τουρκικοί πανηγυρισμοί κορυφώθηκαν με την είσοδο του Μουσταφά Κεμάλ και του επιτελείου του στην πόλη, στις 11 Σεπτεμβρίου.Την ίδια μέρα, θανατώθηκε από τον τουρκικό όχλο ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος σαν ένοχος εσχάτης προδοσίας, γιατί «ως Οθωμανός υπήκοος υπηρέτησε μετά φανατισμού την Ελλάδα, πρωτοστατήσας εις πάντα εναντίον του τουρκικού καθεστώτος κατά το τριετές διάστημα της ελληνικής κατοχής». Η κορύφωση του δράματος φτάνει στις 31 Αυγ./13 Σεπτεμβρίου, με την έκρηξη της πυρκαγιάς στην αρμενική συνοικία. Καίγονται το αρμενικό νοσοκομείο, η αρμενική μητρόπολη και η αρμενική εκκλησία του Αγίου Στεφάνου, μαζί με τους πρόσφυγες που είχαν καταφύγει εκεί.Ταυτόχρονα, νέες πυρκαγιές αρχίζουν στις ελληνικές συνοικίες που, με λίγες εξαιρέσεις, καταστρέφονται στο σύνολό τους μαζί με όλα τα ελληνικά εμπορικά καταστήματα, φιλανθρωπικά ιδρύματα, ξένα προξενεία και τράπεζες. Οσα κτίρια δεν ήταν από την κατασκευή τους δυνατό να πυρποληθούν, καταστρέφονται με βόμβες. Με τον τρόπο αυτό καταστράφηκαν το γαλλικό προξενείο, το θέατρο της Σμύρνης, το ξενοδοχείο Kraemer Palace , η ελληνική λέσχη και άλλα κτίρια που στόλιζαν την παραλία της πόλης.Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ανάμεσα στα πρώτα κτίρια που χάθηκαν από τη φωτιά ήταν ο πυροσβεστικός σταθμός της Σμύρνης, ενώ απομονώθηκαν με επιμέλεια οι υδαταγωγοί Χαλκά Βουνάρ, που χρησίμευαν για την ύδρευση της πόλης και την κατάσβεση των πυρκαγιών. Ετσι, με λίγες εξαιρέσεις, αποτεφρώθηκε ολόκληρη σχεδόν η πόλη της Σμύρνης, εκτός από την τουρκική και την εβραϊκή συνοικία, το τελωνείο και την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, που μεταβλήθηκε σε τηλεγραφείο και ταχυδρομείο για τις ανάγκες της τουρκικής κατοχής.Η Daily Telegraph της 3ης/16ης (ν.η)Σεπτεμβρίου σημείωνε: «Εκτός από την άθλια τουρκική συνοικία, η Σμύρνη έπαψε να υπάρχει… το πρόβλημα των μειονοτήτων έχει λυθεί εκεί μια για πάντα… Δεν μένει καμία αμφιβολία για τα αίτια της πυρκαγιάς… τον δαυλό τον άναψαν στρατιώτες του τουρκικού στρατού». Η πυρκαγιά συνεχίστηκε ώς τις 04/17(ν.η) Σεπτεμβρίου.

Πιό πέρα,στη χερσόνησο της Ερυθραίας από τα τέλη του 18ου αιώνα ακμάζουν τα αστικά κέντρα των Βουρλών, των Αλατσάτων και του Τσεσμέ, περιστοιχισμένα από πλήθος χωριά με ελληνικής καταγωγής κατοίκους. Στην περιοχή αυτή και ιδιαίτερα σ’ εκείνη των Βουρλών οι Ναξιώτες μετανάστες αποτελούν την πλειοψηφία και είναι πολλές χιλιάδες.Τα Βουρλά εξελίχτηκαν σε «μια άλλη Νάξο μέσα στην Τουρκιά», τη Νάξο της Ανατολής.

Όταν μετά τις 15 Αυγούστου 1922 άρχισαν να περνούν απ’ τα Βουρλά τα διαλυμένα τμήματα του Ελληνικού Στρατού, εξαθλιωμένοι και ρακένδυτοι Ελληνες στρατιώτες που κατευθύνονταν προς το Τσεσμέ για να καταφύγουν στα πλοία, τα μαύρα σύννεφα της συμφοράς άρχισαν να ζώνουν και τα Βουρλά. Πολλοί Βουρλιώτες με τις οικογένειές τους κατέφυγαν στα απέναντι νησάκια. Ο ίδιος ο Χρυσόστομος Σμύρνης τους παρότρυνε να φύγουν, γιατί τα Βουρλά «ήσαν κάρφος εις τους οφθαλμούς των Τούρκων». Οι Προεστοί όμως αποφάσισαν να μείνουν και άρχισαν να οργανώνουν ένοπλες ομάδες για να ελέγχουν τις εισόδους και εξόδους της.
Μεταξύ των χριστιανών και των Τούρκων προκρίτων των Βουρλών υπήρξε γραπτή συμφωνία, που προέβλεπε την από κοινού προστασία και των δύο πλευρών σε περίπτωση βιαιοπραγιών από οποιοδήποτε Τούρκο ή Έλληνα. Πράγματι οι Ελληνες τήρησαν τη συμφωνία.Οργανώθηκαν ένοπλες περιπολίες, οι οποίες ανέλαβαν την προστασία των τούρκικων συνοικιών από τους υποχωρούντες Έλληνες στρατιώτες. Πίστεψαν πως το ίδιο θα έκαναν και οι Τούρκοι των Βουρλών,όταν ερχόντουσαν οι δικοί τους.Ακόμη και εκείνοι που είχαν καταφύγει στα νησάκια της Ερυθραίας (τα Αιγκλαιζονήσια), επέστρεψαν στα σπίτια τους.Δυστυχώς εγελάστηκαν.Οι Τούρκοι των Βουρλών δε τήρησαν τη συμφωνία.

Οπως γράφει ο Ρενέ Πυώ:

«Επέστρεψαν όμως διά να παραστούν εις την φρικωδεστέραν τραγωδίαν, διά να ίδουν την πόλιν των πυρπολημένην και σφαγμένους και κακοποιημένους τους εαυτούς των, τας γυναίκας των να ρίπτωνται εις τα πηγάδια και διά να χαθούν και οι ίδιοι διά πυρός και σιδήρου» .

Το Σάββατο 27 Αυγούστου 1922/09 Σεπτ.(ν.η) στις 10. 30 το πρωί οι Τούρκοι μπήκαν στη Σμύρνη. Εκείνο το πρωινό περνούσαν από τα Βουρλά τα τελευταία τμήματα του διαλυμένου ελληνικού στρατού με κατεύθυνση τις ακτές. Οι Βουρλιώτες κοίταζαν τους εξαθλιωμένους και ρακένδυτους στρατιώτες περίεργα και το μόνο που τους ζητούσαν ήταν να τους δώσουν τα όπλα τους:

«…Τα θέλουμε. Εσείς φεύγετε και μας αφήνετε. Μα εμείς θα μείνουμε. Έχουμε τα σπίτια μας εδώ και δεν θ’ αφήσουμε να τα πατήσουν οι Τούρκοι. Θα πολεμήσουμε, θα πεθάνουμε, μα οι Τούρκοι δεν θα περάσουν. Ο επικεφαλής του τμήματος θέλησε να τους πείσει, ότι άδικα θα χανόντουσαν. Ποιος όμως να πείσει την ατίθαση εκείνη ράτσα; Ήταν οι Κρήτες της Ανατολής, έτοιμοι να προσφέρουν ένα ακόμη Αρκάδι στην ιστορία της φυλής».

Το απόγευμα της Κυριακής 28 Αυγούστου 1922/10 Σεπτ.(ν.η) πέρασε από τα Βουρλά το ηρωικό και αήττητο 5/42 Σύνταγμα του Ν. Πλαστήρα . Αντί για τρομοκρατημένους χωριάτες οι εύζωνοι αντίκρισαν πάνοπλα παλικάρια να τους χειροκροτούν. Ο Ν. Πλαστήρας, που κατάλαβε τι επρόκειτο να συμβεί, προσπάθησε να τους αποτρέψει.Κάποιους τους ήξερε απ΄τους Βαλκανικούς πολέμους. Τους παρότρυνε να φύγουν για να μη σφαγούν απ’ τους Τσέτες.Κοίταξε στα μάτια τον Αναστάση τον Μπουτζαλή.Τον ήξερε καλά.Τον είχε Λοχία στη Μακεδονία.
«Ο πόλεμος δεν τελείωσε, του είπε, η πατρίδα σάς χρειάζεται. Δεν έχετε το δικαίωμα να πεθάνετε άσκοπα».
Εκείνοι όμως δεν τον άκουσαν.
«Πήγαινε στο καλό,καπετάνιο.Εσείς πολεμήσατε,κάνατε το καθήκον σας.Αφήστε κι εμάς να πολεμήσουμε.Πως να εγκαταλείψουμε τα σπίτια μας και τα γυναικόπαιδα;».

ΜΠΟΥΤΖΑΛΗΣ

Ο Πλαστήρας κατάλαβε ότι ήταν άσκοπο να επιμένει.Εσφιξε το χέρι του Μπουτζαλή κι έφυγε κρύβοντας ένα δάκρυ συγκίνησης, θαυμασμού και πόνου.
Εφυγε,αλλά δε μπόρεσε να κρατήσει το παράπονό του.
«Δεν ήταν,μωρέ,να τους είχα μαζί μου εκεί πάνω στο Τουμλού Μπουνάρ;», ακούστηκε να ψιθυρίζει.

12928154_597284940448160_7625524973360563662_n

Στις 29 Αυγούστου 1922 μπήκαν οι πρώτοι Τσέτες στα Βουρλά.Παρόντες  σε όσα συνέβησαν εκείνες τις μέρες όλοι οι Ναξιώτες των Βουρλών.

Ξημερώματα του Σαββάτου 3 Σεπτεμβρίου 1922 τα Βουρλά παραδόθηκαν στις φλόγες. Φωτιά ! Καιγόμαστε !

Το πρωί του Σαββάτου,Τούρκοι έβαλαν φωτιά,ρίχνοντας πολλούς τενεκέδες πετρέλαιο στην Αναξαγόρειο Σχολή και στην εκκλησία της Παναγιάς.
Η φωτιά όλο και δυνάμωνε.Οι κεντρικές χριστιανικές συνοικίες,γύρω στην Παναγία,στον Αη-Γιώργη και πιό μέσα καήκανε εντελώς.
Η μαύρη νύχτα ξεκίνησε.
Η αρχή του τέλους των ελληνικών Βουρλών στη κορύφωσή της…..
Το 1922 σήμανε το τέλος των Βουρλών, με μια απέραντη φωτιά, βαλτή από τους Τούρκους, που σάρωσε εκκλησίες, σχολεία, μαγαζιά και σπίτια. Οι νεαροί Βουρλιώτες έλειπαν, για να αμυνθούν τον τόπο τους, εθελοντές ή στρατευμένοι, στον Ελληνικό Στρατό. Άλλοι Μακεδονία – Θράκη, άλλοι στο Μικρασιατικό Μέτωπο. Εκτός από το φριχτό θέαμα της φωτιάς, οι Τσέτες αιχμαλώτιζαν τους υπόλοιπους άντρες, σφάζανε, ατίμαζαν κοπέλες και γυναίκες. Οι γέροι, οι άρρωστοι και τα παιδιά να περάσουν απερίγραπτα μαρτύρια και να πεθαίνουν από τις κακουχίες. Όσων το ριζικό τους έμελλε να ζήσουν, ήρθαν στην Ελλάδα κακήν –κακώς, με την “ψυχή στο στόμα”. Ξερριζώθηκαν από τα χώματα της πατρίδας τους, της Μικρασίας, που αιώνες πριν ήταν Ελληνικά, αρχίζοντας από το μηδέν, μια άλλη δύσκολη ζωή.
 

Την Τρίτη μέρα από την εισβολή οι Τούρκοι στρατιώτες συγκέντρωσαν στα «τέλια του Μουσελέ» όλους τους άντρες από 18-60 ετών. Άφησαν ελεύθερους μόνο τους πιο γέρους και τα παιδιά κάτω των 14 ετών.Στα «τέλια του Μουσελέ» στη νότια ανατολική έξοδο της τουρκικής συνοικίας των Βουρλών, σ’ ένα τεράστιο χωράφι, το οποίο ο τουρκικός στρατός μετέτρεψε σε πρόχειρο στρατόπεδο συγκέντρωσης, συγκέντρωσαν τον χριστιανικό ανδρικό πληθυσμό των Βουρλών με στόχο την εξόντωσή του. Ήταν περίπου 11.000 ψυχές, από τους οποίους ελάχιστοι σώθηκαν. Ο ακριβής αριθμός όσων μαρτύρησαν εκείνες τις μέρες στο κολαστήριο αυτό είναι άγνωστος, πρόκειται όμως για πολλές χιλιάδες ψυχές. Τους έσφαζαν κυριολεκτικά «σαν αρνιά», αφού προηγούμενα τους βασάνιζαν άγρια, τους έβγαζαν τα μάτια, τους ακρωτηρίαζαν τα μέλη και τους άφηναν να πνιγούν στο αίμα τους. Πολλούς απ’ αυτούς τους οδήγησαν προς στο εσωτερικό της Μ. Ασίας για να τους εξοντώσουν με τις κακουχίες.

Απ’ το άγριο εκείνο στρατόπεδο και από την εξορία στην Ανατολή σώθηκαν μόλις 1.000 περίπου Βουρλιώτες, οι οποίοι δραπέτευσαν στη διάρκεια της πορείας και κατέφυγαν στη Σμύρνη και από εκεί στην Ελλάδα. Από τους υπόλοιπους που οδηγήθηκαν στο εσωτερικό της Τουρκίας (10.000) σώθηκαν περίπου 2.000 που αργότερα μεταφέρθηκαν και αυτοί στην Ελλάδα.

Αφού Τσέτες και Τούρκοι στρατιώτες χόρτασαν τη μανία τους με λεηλασίες, βιασμούς, άγριες δολοφονίες γυναικών, παιδιών, νηπίων, γερόντων, συγκέντρωσαν τα γυναικόπαιδα στο δημόσιο δρόμο των Βουρλών, για να τα οδηγήσουν υποτίθεται στην παραλία, προκειμένου να μπουν στα πλοία για την Ελλάδα. Οι ληστείες και οι βιασμοί όμως συνεχίζονταν έστω και σποραδικά, ιδιαίτερα τις νυχτερινές ώρες. Άρπαζαν τις νεαρές κοπέλες και τις βίαζαν μπροστά στις μανάδες τους, πολλές απ’ τις οποίες παραφρόνησαν, όντας ανήμπορες να σώσουν τα κορίτσια τους. Οι γέροι, οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά, όσοι σώθηκαν από το μαρτύριο αυτό βρέθηκαν κάτω από δραματικές συνθήκες στα πλοία και εξαθλιωμένοι και απελπισμένοι έφθασαν στην Ελλάδα.

 Ετσι, τρία χρόνια, τρεις μήνες, και τρεις εβδομάδες περίπου  από την αποβίβαση των ελληνικών στρατευμάτων στο λιμάνι της Σμύρνης στις 2 η 15 Μαΐου 1919, κατέρρεε το όνειρο της Μεγάλης Ιδέας συμπαρασύροντας ενάμισι εκατομμύριο Μικρασιάτες στον δρόμο του ξεριζωμού και της προσφυγιάς.

Τώρα πιά,»Οι ματωμένες μνήμες μας,οι ιωνικές μας νύχτες,η παράδοση και οι ελληνικές μας αντοχές θα νικούν το χρόνο.»

Ας μη ξεχνάμε,παράδοση δεν είναι η διατήρηση της στάχτης, αλλά η μεταφορά της φλόγας.

Επισήμανση,υπενθύμιση….Η διαφορά παλαιού και νέου ημερολογίου είναι 13 ημέρες.

Καραλής Φώτιος,Αξκος ε.α.,πρόεδρος της Ενωσης Βουρλιωτών Μικράς Ασίας.

 

Βιβλιογραφία.

1)Συνήθειες και έθιμα της Μικράς Ασίας. Γ.Φρυγανάκη.

2)Οι νεκροί περιμένουν,Διδώ Σωτηρίου.

3) Ξεριζωμένη Γενιά, lφιγένεια Χρυσοχόου.

4)Greece in Asia Minor: 1919-1922,Βικτωρία Σολομωνίδου.

5)Χαμένες Πατρίδες,Γιάννης Καψής.

6)Πληροφορίες γιά τα Βουρλά  και από ομιλία του Ν. Λεβογιάννη σε εκδήλωση της Ενωσης Βουρλιωτών Μ.Ασίας.

 

 

This entry was posted in Χωρίς κατηγορία. Bookmark the permalink.

Comments are closed.