

Η Αμάλθεια ήταν η μακροβιότερη και μια από τις εγκυρότερες ελληνικές εφημερίδες που εκδιδόταν στη Σμύρνη πριν την Μικρασιατική Καταστροφή.
Η Αμάλθεια ιδρύθηκε από τον Ελληνοσουηδό μαθηματικό Κωνσταντίνο Ροδέ στις 6 Αυγούστου του 1838. Αρχικά τυπωνόταν στο τυπογραφείο του Αντ. Πατρίκιου και κυκλοφορούσε κάθε Σάββατο απόγευμα σε ημίφυλλο ενώ από την επόμενη χρονιά άρχισε να τυπώνεται σε ιδιόκτητο τυπογραφείο. Ενημέρωνε τους Έλληνες της Σμύρνης για τοπικές και διεθνείς ειδήσεις και δημοσίευε και ποιήματα και σύντομα ξεπέρασε τα πενήντα αντίτυπα γεγονός πρωτόγνωρο για τα δημοσιογραφικά πράγματα της πόλης εκείνη την εποχή.
Το 1840 την εφημερίδα ανέλαβε ο Ιάκωβος Σαμιωτάκης ο οποίος την πούλησε σαραντα δύο χρόνια αργότερα, αντί 650 χρυσών λιρών, στους Σωκράτη Σολωμονίδη και Γεώργιο Υπερίδη. Πλέον κυκλοφορούσε καθημερινά εκτός Τρίτης και Κυριακής, την δε Κυριακή εκδιδόταν ειδικό, δωρεάν για τους συνδρομητές, οκτασέλιδο στο οποίο εκτός από ειδήσεις δημοσιευόταν διηγήματα, πραγματείες, συνταγές μαγειρικής και συμβουλές υγιεινής. Τον Ιούλιο του 1887 γιορτάστηκαν τα πενήντα χρόνια της εφημερίδας με επίσημο γεύμα στο ξενοδοχείο Huck στο οποίο παρεβρέθησαν αντιπρόσωποι των αρχών της πόλης και διευθυντές όλων των ελληνικών και ξένων εφημερίδων της Σμύρνης.
Κάθε χρόνο από το 1888 μέχρι το 1894 η Αμάλθεια εξέδιδε εικονογραφημένα και πολυσέλιδα ημερολόγια-οδηγούς της Σμύρνης με πολυτελή βιβλιοδεσία στα οποία απεικονιζόταν η φιλολογική, εμπορική και κοινωνική ζωή της πόλης. Από το 1895 αντί του ημερολογίου-οδηγού εκδιδόταν πολυσέλιδα εικονογραφημένα φύλλα σε μεγάλο σχήμα και τρία χρόνια αργότερα ξεκίνησε να δίνει στους συνδρομητές της λογοτεχνικές εκδόσεις που τυπωνόταν στο τυπογραφείο της.
Η Αμάλθεια ήταν η πρώτη εφημερίδα στη Σμύρνη που άρχισε να πουλά τα φύλλα της στο δρόμο (1889). Τα επόμενα χρόνια η κυκλοφορία της έφτασε τα 2.500 φύλλα και είχε εκατοντάδες συνδρομητές στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, στα νησιά του Αιγαίου, στην Μακεδονία και σε άλλες χώρες.
Εφημερίδα ΑΜΑΛΘΕΙΑ Σμύρνης.

Γράφει η ”Αμάλθεια” ,την Πέμπτη 4 Απριλίου 1922,για την μεγάλη οικονομική προσφορά των Βουρλών στην οργάνωση της Μικρασιατικής Άμυνας, πέντε μήνες πριν από την Καταστροφή.
«Τα Βρύουλλα»
Αθάνατοι Βουρλιώται, πάλιν πρώτοι μεταξύ πρώτων εσπέυσατε να ενισχύσητε τον υπέρ των όλων αγώνα της Μικρασίας και τον ενισχύσατε με την γενναιοδωρίαν των ανθρώπων, οι οποίοι υπεράνω όλων θέτετε το εθνικό συμφέρον.
Αθόρυβα, ήρεμα, χωρίς τυμπανοκρουσίας διαφημιστικάς, οι ηρωικοί Βουρλιώται κατά την προχθεσινήν συνεδρίασιν της Επιτροπής της Αμύνης, διά του στόματος του συμπατριώτου των κ. Σάββα Παπαγρηγοριάδου, διήγειραν βαθείαν συγκίνησιν εις τα μέλη της Επιτροπής.
Έδωσαν διά πρώτην εισφοράν 170 χιλιάδας δραχμάς, 7.500 λίρας και είδη χρήσιμα διά τον στρατόν διπλάσιας αξίας.
Εν εκατομμύριον, με άλλους λόγους, περίπου προσέφερον 650 κάτοικοι των ιπποτικών Βουρλών, οι οποίοι δεν διακρίνονται και επί νεοπλουτισμώ.
Ούτε εφοπλιστάς ούτε τραπεζίτας ούτε χρηματιστάς έχουν τα Βουρλά. Έχουν μόνον άνδρας και άνδρας με ψυχήν και με αίσθημα και με φιλοτιμίαν και με ιδανικά, όπισθεν των οποίων δεν έκρυψαν ποτέ τα ταπεινά συμφεροντίδιά των. Και παραπλεύρως με τους άνδρας, ιδού και αι γυναίκες. Όλαι τα κοσμήματά των, τους δακτυλίους των και τα μικρά των αποταμιεύματα τα προορισμένα διά την αμφίεσίν των.
Εδώ δε, εις την Σμύρνην, οπού κυκλοφορούν μετ’ εκατοντάδων αυτοκινήτων περιφερόντων εδώ κι εκεί, εξηπλωμένους σαρδαναπαλικώτατα επί των μαλακών βελουδίνων ερισινώτων τους, νεοπλουτίσκους, τι γίνεται; Λόγια και τίποτε! Τίποτε και λόγια!
Αι δε κυρίαι εφόρεσαν τα λευκά, τα κίτρινα, τα κόκκινα, τα παρδαλά των και περιφέρουσιν την ματαιοδοξίαν των ανά τον Φραγκομαχαλάν και την Προκυμαίαν και εις την πλαζ του Σπόρτινγκ ή του Λούνα Παρκ.
Και όμως, ομιλούμεν ακόμη περί οργανώσεως, περί δράσεως ανδρικής και γυναικείας, μη εχόντων καμία απολύτως σχέσιν με τον υπέρ ελευθερίας αγώνα.
Περιμένομεν όλοι να δώσουν οι άλλοι, διά να δώσωμεν και ημείς και καρτερούμεν να μας ζητήσει η Οικονομική Επιτροπή τον οβολόν μας, να μας δώσει την απόδειξιν και κατόπιν να σκεφθώμεν να ανοίξωμεν κεκλεισμένα χρηματοκιβώτια, προσποιούμενοι ότι δεν κρατώμεν μαζί μας τα κλειδιά.
Επί ημέρας τώρα, μία έκκλησις παρακλητική της Οικονομικής Επιτροπής στερεοτύπως εις όλα τα εγχώρια φύλα και μέχρι της στιγμής τουλάχιστον δεν συνεκινήθησαν τα χρηματοκιβώτια των πολυταλάντων μας.
Ε, δεν βλάπτει…
Συγκινούνται τα ηρωικά Βουρλά, ο Κουκλουτζάς, τα Μοσχονήσια, αι Κυδωνίαι, ο Τσεσμές και όλα τα χωριά της Μικρασίας, τα μη πλουτίσαντα, αλλά δυστυχήσαντα καθ’ όλον το διάστημα του πολέμου.
«Ε, άνδρες Σμυρναίοι, σηκωθείτε, σηκωθείτε από τον ύπνο τον βαθύν κι εμπρός όλοι, μην αργείτε, το τουφέκι, το σπαθί!»
Είναι ανάγκη, λοιπόν, εκάστην πρωίαν να σαλπίζωμεν το εγερτήριον αυτό;
Αλλά, κύριοι, δεν πρόκειται παρά περί της ελευθερίας μας και όταν ο αγών αυτής απαιτή χρήματα και άνδρας, τι περιμένομεν;
Προσκλήσεις; Επικλήσεις; Εκκλήσεις και παραινέσεις;
Τα γενναία Βουρλά δεν επερίμεναν τίποτε απ’ αυτά. Συνέλεξαν ό,τι είχον και δεν είχον και το προσέφεραν διά τον αγώνα. Ας τους ακολουθήσωμεν όλοι, εφ’ όσον είναι αδύνατον να προηγηθώμεν αυτών!
Πάσα περαιτέρω βραδύτης κινήσεως, πάσα νωχέλεια, μετά τη γενναίαν χειρονομίαν των Βουρλιωτών, Αϊβαλιωτών και λοιπών χωρικών, είναι εγκληματική και αν δεν τιμωρήται από κανέναν ποινικόν νόμον, τιμωρείται όμως από ηθικόν τοιούτον, όστις είναι και ο μόνος νόμος άξιος τοις ανθρώποις.
Αφού έδωσαν τα Βουρλά εν εκατομμύριον εις χρήμα και εις είδη και χιλιάδας πολεμιστάς, ημείς τι πρέπει να δώσωμεν;
Να δώσωμεν τα πάντα, αφού πολυτιμότερον των πάντων είναι η ελευθερία μας. Να δώσωμεν το χρήμα μας, το σώμα μας, την ψυχήν μας.
Και αν αι γυναίκες των Βουρλών, αι οποίαι μίαν φοράν και έναν καιρό, όχι όπως λέγουν τα παραμύθια, αλλά η ιστορία των ηρωικών Βουρλιωτισσών, κατέθεσαν τα κοσμήματά των διά να χτίσουν την Αναξαγόρειον Σχολήν και εχθές κατέθεσαν διά δευτέραν φοράν πάλι τα κοσμήματά των διά την ελευθερίαν των, αι γυναίκες της Σμύρνης τι πρέπει να δώσουν, διά να έχουν το δικαίωμα να λέγονται Ελληνίδες;
Το παν!
Ας το καταθέσουν, λοιπόν, συντόμως και ας αφήσουν κατά μέρος τη φιλολογίαν, διότι ούτι καιρός δι’ αυτήν.
Αρίστος.

ΥΓ……Η Μικρασιατική Άμυνα ………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
Η Μικρασιατική Άμυνα (ή και Ελληνική Μικρασιατική Άμυνα) ήταν ένα σχέδιο αυτονομιστικού κινήματος της διετίας 1921 – 1922 που προτάθηκε για την περιοχή της κατεχόμενης από τον Ελληνικό στρατό Μικράς Ασίας, κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας.
Μετά την ατυχή εκστρατεία στο Σαγγάριο και ενώ κορυφωνόταν η αγωνία για την τύχη της Μικράς Ασίας, οι Έλληνες της Σμύρνης αποφάσισαν να πάρουν στα χέρια τους την υπόθεση του αγώνα για την προάσπιση της ελευθερίας τους. Τον Οκτώβριο του 1921 ιδρύθηκε στη Σμύρνη η οργάνωση «Μικρασιατική Άμυνα» με βασικά στελέχη τους Απ. Ψαλτώφ, Κ. Τενεκίδη, Χ. Δήμα, Σωκρ. Σολωμονίδη, Π. Ευριπαίο και άλλους επιφανείς Σμυρναίους. Ως φυσικός ηγέτης της «Μικρασιατικής Άμυνας» εφέρετο ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος.
Λίγο αργότερα στην ιωνική πρωτεύουσα με πρωτοβουλία της Ευαγγελίας (Αυρηλίας) Περίδου συστάθηκε η πρώτη γενική γυναικεία οργάνωση με την επωνυμία «Άμυνα Ελληνίδων Μικρασίας» (Α.Ε.Μ.). Όπως αναφέρεται στο πρόγραμμά της, που βρέθηκε στο Αρχείο της Ε. Περίδου, η οργάνωση αυτή των γυναικών έγινε με σκοπό: ιδρύθηκε με σκοπό «Να συμπληρώση τας ενεργείας των ανδρών διά την Άμυναν της ανεξαρτησίας της Μικρασίας. Αναγκαστικώς πρέπει να παρακολουθήση την δράσιν και τας προσπαθείας της Επιτροπής των ανδρών και μαζύ της να χαράξη έναν ορισμένον κύκλον όπου η πρωτοβουλία και η αντενέργεια της Α.Ε.Μ. θα εκπληρώση με προθυμίαν και όρεξιν ένα κομμάτι από το έργο του αγώνος μας».
Η δημιουργία της Μικρασιατικής Άμυνας είχε την υποστήριξη του Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομου και του αρχιστράτηγου Αναστασίου Παπούλα, όχι όμως της Κυβέρνησης, ούτε του Υπάτου Αρμοστή Σμύρνης Αριστείδη Στεργιάδη, που θεωρούσαν την προσπάθεια αυτονόμησης των μη μουσουλμανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας, ως ανεφάρμοστη και επικίνδυνη. Στον αντίποδα, ο Στεργιάδης πίστευε ότι η μόνη βιώσιμη λύση για την αποφυγή της καταστροφής θα ήταν η δημιουργία μίας αυτόνομης περιοχής (“Κράτους”) που θα τελούσε υπό τον αυστηρό έλεγχο των Συμμαχικών Δυνάμεων και που θα διοικούνταν με πολύ-εθνικό σχήμα (Έλληνες, Τούρκοι κ.α.) Στις 31 Ιουλίου ο Ύπατος Αρμοστής Σμύρνης παρουσίασε το σχέδιό του αυτό στους Συμμάχους, χωρίς οι τελευταίοι να δείξουν το παραμικρό ενδιαφέρον για την υλοποίησή του, οπότε και εγκαταλείφτηκε έκτοτε.
Η «Μικρασιατική Άμυνα» απευθύνθηκε και στον εξόριστο Βενιζέλο, ο οποίος είπε ότι το σχέδιο δεν είναι ρεαλιστικό, εκτός αν έχει τη στήριξη της Αγγλίας. Κάτι που οι Άγγλοι ξεκαθάρισαν (Απρίλιο 1922) ότι δεν ήτα διατεθειμένοι να πράξουν.Η «Μικρασιατική Άμυνα» ουσιαστικά κατέρρευσε στη Σμύρνη, όταν ο Παπούλας παραιτήθηκε της στρατιάς της Μικράς Ασίας, τον Μάιο του 1922.

Οι Έλληνες στη Μικρά Ασία ήταν 2.601.312 πριν το 1915 με βάση τις οθωμανικές στατιστικές. Ο Μητροπολίτης Σμύρνης, Χρυσόστομος, ο οποίος ήταν από τους βασικούς εμπνευστές της ιδέας είχε πολύ συγκεκριμένο σχέδιο τόσο για την επιστράτευση των Μικρασιατών όσο και για την χρηματοδότηση αυτής της προσπάθειας. Αναφέρεται ότι πραγματοποιήθηκαν έρανοι, τους οποίους στήριξαν οι εύποροι Έλληνες της περιοχής και η Μικρασιατική ελίτ. Μόνο στην Ερυθραία συγκεντρώθηκε ένα τεράστιο χρηματικό ποσό, το οποίο ενισχύθηκε από τα αργυρά σκεύη των εκκλησιών και αρκετών χρυσών αδαμάντινων γυναικείων κοσμημάτων, τα οποία οι υποστηρικτές της οργάνωσης δώρισαν για τις ανάγκες του αγώνα.