
Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
Μαρτυρία της Αγνής Σωτηρακόπουλου – Σχινά.
Δεκαπενταύγουστο του 1922 στα Βουρλά. Τὰ πράγματα ἔχουν πολὺ στενέψει. Διάφορες φῆμες κυκλοφοροῦν καὶ μεῖς ζοῦμε σὲ μιὰ ἀτμόσφαιρα πνιγηρή. Τὴν καρδιά μας σφίγγει ἀγωνία. Ἕνας ἄγνωστος φόβος μᾶς παραμονεύει ἀπὸ παντοῦ.
Στὴν ἐκκλησιὰ τῆς Παναγιᾶς τῆς Βουρλιώτισσας, στὴν Απάνω Λότζα, ποὺ τὴν εἰκόνα της λένε πως ζωγράφισε μὲ τὸ χέρι του ὁ ἴδιος ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, γινότανε μεγάλο πανηγύρι κάθε χρόνο γιὰ τὴ χάρη Της. Κόσμος καὶ ντουνιὰς ἀπὸ τὴ Σμύρνη καὶ τὰ περίχωρα μαζεύονταν νὰ προσκυνήσουν τὴν Παναγιά μας. Ἀρχόντισσες Σμυρνιὲς φορτωμένες χρυσαφικὰ μὲς στὰ φανταχτερὰ φουστάνια τους γεμίζουν τοὺς δρόμους, τὰ μπαλκόνια καὶ τὰ παράθυρα τῶν σπιτιῶν. Κι’ ὁ πολὺς κοσμάκης ἔρχεται νὰ χαζέψει τὸν πλοῦτο, τὴν ὀμορφιά, τ’ ἀρώματα, τὶς ἁπλωμένες πραμάτειες κι’ ὕστερα ἀπ’ τὴ λειτουργία τὸ πανηγύρι.

Ἀνάκατα χρώματα, ἀρώματα, ἱδρωτσίλα, ἵμεροι, πόθοι, χαρὲς καὶ λύπες, ἡ χλιδὴ καὶ ἡ φτώχεια, ἡ ἀνεμελιὰ καὶ ὁ πόνος. Όμως αὐτὴ τὴ χρονιὰ μέσα σ’ ὅλα καὶ πάν’ ἀπ’ ὅλα ὁ ἀδιόρατος, ὁ ἄγνωστος, μὰ ποὺ διαρκῶς παραμονεύει, φόβος. Ὁ φόβος!
Καὶ ‘κεῖ ποὺ ήταν τὸ πλῆθος, μέσα κι’ ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησιὰ, γιὰ μιὰ στιγμὴ κάτι σὰν ἀχὸς, κάτι τρομαχτικὰ μὰ ἀόριστα φοβερό ποὺ κανένας δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει…
Πανικὸς ἔπιασε ὅλο τὸ πλῆθος. Ξάφνου ὅλη ἐκείνη ἡ πολυάνθρωπη μάζα ξεχύνεται στοὺς δρόμους. Ὅλοι τρέχουν γιὰ νὰ σωθοῦν. Ἀπὸ τί, ἀπὸ ποιόν; Κανεὶς δὲν ξέρει τί εἶναι αὐτὸς ὁ πανικός. Ὅσοι παρακολουθοῦσαν τὴν ὁλονυχτία μὲς στὴν ἐκκλησιὰ μὲ κατάνυξη, ξαφνικὰ ἀρχίζουν νὰ φωνάζουν:
«Ἔφυγε ἡ χάρη Της! Τὴν εἴδαμε μὲ τὰ μάτια μας! Ἔφυγε ἀλήθεια!»
Μιὰ γυναῖκα ξεμαλλιασμένη μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα λέει καὶ ξαναλέει μὲ μιὰ φωνὴ ποὺ ἐκφράζει τραγικὸ ρίγος:
«Ἡ Παναγιὰ μᾶς ἄφησε. Δὲν τὴν εἴδατε ποὺ μᾶς ἄφησε;»
Μέσα σ’ ἕνα μεγάλο βουητὸ, μιὰ σκιὰ μὲς ἀπὸ τὴν ἐκκλησιὰ περνάει καὶ χάνεται. Ἡ Παναγιὰ ἡ Βουρλιώτισσα ἡ Θαυματουργὴ ἔχει φύγει. Μιὰ ἐφιαλτικὴ σιωπή. Ὁ τρόμος παραλύει τοὺς πιστούς. Κι’ ὕστερα ὁ συνωστισμὸς στὴν πόρτα τῆς ἐκκλησιᾶς. Τὸ ἀλλοπαρμένο τρέξιμο. Γιὰ ποῦ; Κανένας δὲν ξέρει.
Ἐγὼ ἕνα τόσο κοριτσάκι χαμένο μὲς στὸ πλῆθος, ἀκούω φράσεις ποὺ μοῦ μένουν. «Καλέ τί τρέχει;» μὲ τὴ σμυρναίικη προφορά. Τὸ παιδιάστικο μυαλό μου δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει.
— Τρέχα, καλέ Σαπφὼ, νὰ πάρεις τὸ μωρὸ τὸ ἄφησα ‘κειδανὰ στὸ ντουρσεκάκι, καρσὶ στὴ σπετσαρία!
Μιὰ φράση ποὺ μοῦ ἔμεινε καὶ γυρίζει στὸ θολωμένο μυαλουδάκι μου, γιατὶ ἴσως ἀπ’ ὅλη τὴ φασαρία, αὐτὴ ἦταν ποὺ μὲ τρόμαξε πιὸ πολύ.
Τὸ μωρὸ παρατημένο στὸ ντουρσεκάκι…

Τὸ πανηγύρι ἔχει τελειώσει. Ὁ κόσμος γυρίζει σπίτι του. Οἱ δρόμοι ἔρημοι μὲ τὸ μεγάλο ἄγνωστο φόβο νὰ πλανιέται μονάχα.
Οἱ μέρες οὐ ἀκολούθησαν βουβές. Οἱ δρόμοι ἔρημοι τὰ σπίτια μουγκά. Οἱ λέξεις ποὺ ἀνταλλάσσονται ἐρωτηματικές. Νὰ φύγουν; Νὰ ἐγκαταλείψουν τὰ ὑπάρχοντά τους, τὰ σπίτια τους; Νὰ βγοῦν στοὺς δρόμους; Καὶ νὰ πᾶνε ποῦ; Ἄν πάλι μείνουν, τί τοὺς περιμένει; Ἡ φωτιά; Ἡ σφαγή; Ὁ χαμός; Ὁ ὄλεθρος;
Μιὰ μέρα, μιὰ ὁμάδα Τοῦρκοι μὲ τὸ χότζα ἐπὶ κεφαλῆς καὶ τοὺς προύχοντας τοῦ Βουρλᾶ βγῆκε στοὺς δρόμους νὰ καθησυχάσει τὸν κόσμο.
— Μὴ φεύγετε. Εἴμαστε ἀδέρφια. Θὰ ζήσομε μαζί ὅπως πρῶτα ἀγαπημένοι.
Μὰ ποιός πιστεύει σ’ αὐτά; Οἱ λόφοι γύρω ἀπ’ τὰ Βουρλά γεμάτοι τσέτες ποὺ περίμεναν νὰ φύγει κι’ ὁ τελευταῖος Ἕλληνας στρατιώτης. Οἱ τσέτες!
Ἕνα βράδυ ἦρθε ὁ πατέρας. Ντυμένος μὲ τὰ ροῦχα τῆς πολιτοφυλακῆς, ζωσμένος φυσίγγια κι’ ἕνα μάνλιχερ στὸν ὦμο, περήφανος, ἡλιοκαμμένος, μὲ τὴ στητὴ κορμοστασιά.
— Ξέρεις, γράφτηκα στὴν πολιτοφυλακή, εἶπε ἁπλὰ στὴ μητέρα, νὰ ὑπερασπίσομε τὰ Βουρλὰ ἀπὸ τοὺς Τσέτες, ὥσπου νἄρθει ὁ ταχτικὸς στρατὸς τοῦ Κεμὰλ καὶ τότε ὅλα θὰ πᾶνε καλά. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ φύγομε. Ἐγώ, γυναῖκα, τὴ φοβάμαι τὴν προσφυγιά… Ποῦ θὰ πᾶμε δίχως μέσο συγκοινωνίας; Ὅλα τὰ ἔχει κατασχέσει ὁ Ἑλληνικὸς Στρατός. Θἄπρεπε νὰ φύγομε μὲ τὴν ψυχὴ στὰ δόντια, νὰ κατεβοῦμε μὲ τὰ πόδια στὴ Σκάλα κι’ ὕστερα νὰ περάσομε μὲ καμμιὰ βάρκα στὸ Γιατρονήσι ἢ στὸ Ἐγγλεζονήσι κι’ ἀπὸ ‘κεῖ πιά, Κύριος οἶδε, πῶς θὰ περάσομε σὲ κανένα κοντινὸ ἑλληνικὸ νησί! Μυτιλήνη ἢ Χίο.
Κανεὶς δὲν ἤξερε. Ὅλα περίμεναν. Ὅμως τί; Καὶ οἱ ὧρες περνοῦσαν.
Πέμπτη βράδυ, ξημερώνοντας Παρασκευή. Μὲς στὸν ἐφιαλτικό μου ὕπνο, ξύπνησα ἀπὸ ἕνα περίεργο κρότο. Ἕνα γκροῦ γκροῦ, γκροῦ, σὰν ἀπὸ μαζεμένα σίδερα.
— Μαμὰ, ἀκοῦς;
— Τί ’ναι, παιδί μου; Κοιμήσου, δὲν εἶναι τίποτε….
— Μαμά, δὲν ἀκοῦς τί φασαρία γίνεται ἔξω;
— Τίποτα δὲν εἶναι. Τίποτα. Κοιμήσου…
Ὅμως ὁ κρότος δυνάμωσε καὶ μιὰ ἀχλαγωὴ σηκώθηκε. Κάτι τρομαχτικὸ σκέπασε τὴ σκοτεινὴ νύχτα.
Ἡ πόρτα ἄνοιξε καὶ ἦρθε ὁ πατέρας. Κάντευε νὰ ξημερώσει. Τὸ πρόσωπό του χλωμὸ καὶ μιὰ βαθιὰ χαρακιά αὐλάκωνε τὸ δεξί του φρύδι.
— Τί συμβαίνει, Λάμπρο; τὸν ρώτησε ἡ μητέρα μὲ κομμένη ἀνάσα.
— Φεύγει ὁ Ἑλληνικὸς Στρατός! Περνάει ἀπ’ τὰ Βουρλὰ στὸν Τσεσμέ. Ἀπὸ ‘κεῖ θὰ μπαρκάρει γιὰ τὴν Ἑλλάδα.
— Κι’ ἐμεῖς τί θ’ ἀπογίνομε ἐδῶ; Νομίζω πὼς πρέπει νὰ πᾶμε μαζί τους, νὰ φύγομε ἀπὸ ‘δῶ. Οἱ Τοῦρκοι δὲν χωρατεύουν. Θὰ μᾶς σφάξουν! Πρέπει νὰ φύγομε. Ἔχομε παιδιά. Σκέψου τα, Λάμπρο.
«Θὰ μᾶς σφάξουν… Ἔχομε παιδιά…» Οἱ φράσεις αὐτὲς καρφώθηκαν στὸ μυαλό μου. Ὁ φόβος μοὔφερνε τρέλα. Στὴν ἀρχὴ εἶχα παραλύσει, οὔτε νὰ βγάλω ἄχνα δὲν μποροῦσα. Ἡ σφαγή… Σὰ νἄνιωθα τὴν κρυάδα τοῦ μαχαιριοῦ στὸ λαιμό μου! Εἶχα δεῖ νὰ σφάζουν ζωντανὰ καὶ οἱ εἰκόνες αὐτὲς στὰ παιδικά μου μάτια, φρικτὲς τώρα γιὰ τὴν ἴδια ἐμένα, ήταν κάτι ποὺ μοὔφερνε τρέλα. Δὲν μποροῦσα οὔτε νὰ σαλέψω. Οὔτε ξέρω πῶς βρέθηκα στὰ πόδια τοῦ πατέρα μου.
— Ἄς φύγομε, μπαμπάκα μου, σὲ παρακαλῶ! Ἔλεγα καὶ ξανάλεγα κλαίγοντας κι’ ἀγκαλιάζοντάς του σφιχτὰ τὰ γόνατα.
— Τί θὰ ποῦν οἱ πατριῶτες μου, ἄν φύγω ἐγώ; Πως τὸ πρωτοπαλλήκαρο τοῦ Βουρλᾶ φοβήθηκε καὶ τόσκασε!…
— Μὰ δὲ σκέφτεσαι τὰ παιδιά; Δὲν τὰ σκέφτεσαι, τί ἔχουν νὰ τραβήξουν; Δὲν σκέφτεσαι σὰν μποῦν ἐδῶ οἱ Τοῦρκοι;
Ὁ πατέρας δὲν μίλησε ξανά. Κατεβήκαμε στὴ γωνιά, ἀπ’ ὅπου βλέπαμε τὸν Ἑλληνικὸ Στρατὸ νὰ φεύγει. Οἱ στρατιῶτες μᾶς ἀποχαιρετοῦσαν λυπημένοι καὶ μᾶς φώναζαν «ἐλᾶτε μαζί μας!»
Ὅμως πῶς; Που δὲν ὑπῆρχε μέσο συγκοινωνίας. Θἄπρεπε νὰ περπατήσομε ὡς τὸν Τσεσμέ. Τόσο δρόμο πῶς νὰ τὸν ἔκαναν μικρὰ παιδιά; Ὅσοι δὲν εἶχαν παιδιά, ἔφυγαν. Ὅμως οἱ ἄλλοι;
Κι’ ἔτσι ἀποφασίστηκε ἐμεῖς οἱ ἄλλοι νὰ περάσομε στὰ νησιὰ ἀπὸ τὴ Σκάλα, νὰ μείνομε λίγες μέρες, ὥσπου νὰ περάσει ἡ μεγάλη μπόρα, νὰ ἡσυχάσουν τὰ πράγματα κι’ ὕστερα θα ξαναγυρνούσαμε σπίτια μας.
Πρωί – πρωί ξεκινήσαμε ὁλόκληρη οἰκογένεια μ’ ἕνα μπογαλάκι στὸ χέρι. Μὲ τὰ πολλά, φτάσαμε στὴ Σκάλα, ἐκεῖ ποὺ περνούσαμε τὰ ξένοιαστα κι’ ὄμορφα καλοκαίρια μας. Σ’ αὐτὴ τὴν ἀκρογιαλιά… ἐκεῖ ὅπου πέρασα τὰ μοναδικὰ ὡραῖα καλοκαίρια τῆς ζωῆς μου.
Καὶ τώρα δὲν ήτανε τίποτα ἄλλο ἀπὸ ἕνα κομμάτι θάλασσα. Κι’ ὅλα, ὅλα, ὅλη ἡ ὀμορφιὰ τοῦ τοπίου δὲν εἶχε κανένα νόημα πιά. Σὰν τίποτ’ ἄλλο νὰ μήν εἶχε μείνει ἀπὸ τὸ μουράγιο. Ἀπ’ τὸ μουράγιο, ποὺ κι’ αὐτὸ σὰν τίποτα νὰ μήν εἶχε ἀπ’ τὸ παλιὸ ποὺ ἤξερα.
Ὅταν φτάσαμε στὸ μουράγιο μιὰ τρομαχτικὴ ἡσυχία βασίλευε ἐκεῖ, ὅπου ἄλλοτε ήταν γεμάτο γέλια, τραγούδια, φασαρία χαρούμενη.
Βρήκαμε μιὰ βάρκα, τὴν τελευταία ποὺ εἶχε ἀπομείνει, κι’ ἀφήσαμε πίσω μας τὴ Σκάλα. Κοίταξα τ’ ἀκρογιάλι ποὺ ὅλο καὶ ξεμάκρυνε. Τὸ αἷμα σὰν νὰ μοῦ εἶχε φύγει ὅλο. Πῶς εἶχε ἀδειάσει ἔτσι τὸ κορμί μου ἀπὸ τὴν ψυχή μου…
Φτάσαμε στὸ Γιατρονήσι ὅ,τι ἄρχιζε νὰ βραδυάζει. Στρώσαμε χάμου σὲ μιὰ παρατημένη καλύβα κι’ ὁ ὕπνος μὲ πῆρε ἀμέσως ὕστερ’ ἀπὸ τέτοια κούραση.
Κι’ ὕστερα οἱ μέρες τῆς πείνας. Ὁ πατέρας μὲ ἄλλους πῆραν μιὰ βάρκα, μὴν ἀκούγοντας τὶς γυναῖκες ποὺ φοβόντουσαν, καὶ πέρασαν ἀντίκρυ στὸ Μεντέσι. Ἔφεραν ἕνα τσουβάλι ἀλεῦρι, ποὺ τόφτιαξαν τηγανῖτες…
Τὶς νύχτες βλέπαμε καθαρὰ τὴν προκυμαία τῆς φωταγωγημένης Σμύρνης ἀπέναντί μας. Τῆς Σμύρνης! Τῆς Σμύρνης μας! Μιὰ μέρα ἀνεβήκαμε σ’ ἕνα λόφο μὲ τὸν πατέρα νὰ βλέπομε καλλίτερα. Τὸ Κορδελιό, τὸν Μπουτζά ὅλα τὰ ὄμορφα προάστεια τῆς πατρίδας μας. Ὅταν πῆρε νὰ βραδιάζει, τὰ φῶτα ἄναψαν καὶ σὰν ἔπεσε τὸ σκοτάδι εἴχαμε ἀπομείνει νὰ κοιτάζομε μὲ τὰ λαμπρὰ φῶτα ποὺ ἔμοιαζαν νὰ τραγουδοῦν μὲς τὴν ψυχή μας τὸ κύκνειο ἄσμα τῆς χαμένης γιὰ πάντα ἀγαπημένης μας πατρίδας…
Κι’ ὕστερα ὅλη μέρα στὴ θάλασσα, κάτω ἀπὸ τὸν καυτὸ ἥλιο τοῦ Αὐγούστου, ψάχνοντας γιὰ θαλασσινά. Γιὰ νὰ ξεχνᾶμε λίγο τὴν πείνα μας.
Καὶ μιὰ νύχτα ξάφνου μιὰ πελώρια λάμψη ἀντίκρυ μας στὴν προκυμαία τῆς Σμύρνης.
— Φωτιά! φώναξε κάποιος. Ἡ Σμύρνη καίγεται!
— Μπῆκαν οἱ Τοῦρκοι! Καῖνε τὴ Σμύρνη μας!

Τὰ ψέματα εἶχαν τελειώσει. Κοιμηθήκαμε κι’ αὐτὸ τὸ βράδυ, Σάββατο πρὸς Κυριακὴ, τὸ τελευταῖο βράδυ ποὺ μείναμε, κι ἄρχισε ἡ μάχη τοῦ Τσεσμὲ ποὺ ἔδωσε ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας — ἡ τελευταία ὀπισθοφυλακὴ γιὰ νὰ προστατέψει τὸ στρατὸ καὶ τὸν ἄμαχο πληθυσμὸ ποὺ ἔφευγε. Μιὰ χούφτα Ἕλληνες πολέμησαν σκληρὰ κι’ ἔσωσαν τὰ ὑπολείμματα τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ πληθυσμοῦ ποὺ ἔφευγαν ἀπ’ τὸν Τσεσμέ.
Μάχη σκληρή. Βάζαμε τ’ αὐτί μας στὴ γῆ καὶ νομίζαμε πὼς ἔβγαζε σίδερο καὶ λάβα.
Τὸ πρωὶ μιὰ ἀπέραντη ἡσυχία εἶχε ἁπλωθεῖ. Μιὰ βάρκα ποὺ εἶχε φύγει γιὰ τὰ Βουρλὰ, γύρισε πίσω φέρνοντάς μας τὸ πικρὸ μαντάτο. Οἱ Τοῦρκοι εἶχαν μπεῖ κιόλας στὴν πολιτεία κι’ ἔβαναν μπρος το μαχαίρι.
Ὅλα εἶχαν χαθεῖ. Δὲν ὑπῆρχε κανένα περιθώριο γιὰ τὸν παραμικρὸ δισταγμό. Οἱ περισσότεροι, εἶχαν κιόλας φύγει, ναυλώσανε ὅσα – ὅσα, καΐκια.
Ὁ πατέρας μ’ ἕνα γείτονα Βουρλιώτη, τὸ Νῖκο τὸ Στραβαρίδη ποὺ ήταν ἀξιωματικός, πρόφθασαν καὶ ναύλωσαν τὸ τελευταῖο καΐκι γιὰ τὴν Μυτιλήνη. Ἀργότερα μάθαμε πὼς ἕνα ἰταλικὸ πλοῖο εἶχε πάει μετὰ καὶ μάζεψε ὅσους εἶχαν ξεμείνει γιὰ τὴν Ἑλλάδα…
Ὧρες, μέρες, μῆνες, χρόνια πέρασαν… Ὧρες σκληρές! Μέρες προσφυγιᾶς. Προσφυγιά! Κι’ ὕστερα σιγά – σιγὰ ἦρθαν κι οἱ μέρες τῆς λησμονιᾶς καὶ κάποιες ἄλλες μέρες ποὺ μὲ ξαναστημένο σπιτικὸ μεγαλώναμε κι’ οἱ χαρούμενες ὧρες ξαναγύρισαν. Καὶ τότε θυμᾶμαι ἀνάμεσα σ’ ὅλες τὶς ἄλλες διηγήσεις, ποὺ τελειωμὸ δὲν εἶχαν, συχνά, ἄκουγα τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα νὰ γελοῦν, ἐπαναλαμβάνοντας κάτι ποὺ ἐγὼ οὔτε ποὺ τὸ θυμόμουνα πιά: «Δὲν μὲ νοιάζει ποὺ θὰ μὲ σφάξουν οἱ Τοῦρκοι, ἀλλὰ ποὺ θὰ φοβηθῶ!...»
Παιδί! Παιδί! Εἶχα, ἀλήθεια, τόσο φοβηθεῖ τὸν ἴδιο μου τὸ φόβο.

Οἱ μανάδες ποὺ φέρανε τὰ κλειδιὰ τῶν σπιτιῶν τους κρεμασμένα στὸν κόρφο τους, κάτι θὰ ξέρανε. Ἴσως οἱ πόρτες νὰ ξανανοίξουν μιὰ μέρα πάλι. Τί κι’ ἄν τὰ σπίτια τους ἔγιναν στάχτη! Τὰ κλειδιὰ εἶναι σύμβολα… Ἀνάξιοι καὶ κατάρατοι ὅσοι λήθη τὰ φρένα τους ἀφήνουν νὰ παγώσει.
Όλγα Βατίδου.
ΑΓΝΗ ΣΩΤΗΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ — ΣΧΙΝΑ
