Εχει γεμίσει το fb με κείμενα και φωτογραφίες σαν το παρακάτω.(Προ’ι’όντα τεχνητής νοημοσύνης).
Είναι ψεύτικα και κατά φαντασίαν,αφορούν τη Σμύρνη,τα Βουρλά και γενικά τα παράλια.Γεμάτα ανακρίβειες και σε ύφος μελό για να συγκινήσουν.
Θέλουν π ρ ο σ ο χ ή.
Καλό είναι να μη δημοσιεύονται τέτοια. Πολλοί θα τα παρανοήσουν και θα τα χρησιμοποιούν ως αληθινά.
Γράφει λοιπόν το κείμενο που αφορά τα Βουρλά.
”Βουρλά, Μάιος 1922.Τέσσερις μήνες πριν την έξοδο.
Πρωτομαγιά. Στα Βουρλά μύριζε γιασεμί και ψημένο ψωμί.
Ο Κωστάκης ξύπνησε πριν λαλήσει ο πετεινός. Η μάνα του, η Κυρά-Δέσποινα, έπλεκε ήδη το στεφάνι στην αυλή. Τα δάχτυλά της χόρευαν ανάμεσα στα λουλούδια.
«Κωστάκη, φέρε τα ζαμπάκια από το περιβόλι. Τα πιο λαμπρά».
Έτρεξε ξυπόλητος. Η δροσιά του Μάη τσίμπαγε τα πόδια του. Έκοψε τρία ζαμπάκια — λευκά σαν γάλα, με κίτρινη καρδιά. Τα έφερε τρέχοντας.
«Και χαμομήλια, γιε μου. Τα φτωχά, τα ταπεινά».
Η μάνα του ήξερε. Έπλεκε πάντα ζαμπάκια με χαμομήλια. «Τ’ άλλα απ’ αγάπη χρυσή, από έλεος τ’ άλλα», του έλεγε. Ο Κωστάκης δεν καταλάβαινε τι σήμαινε. Ήταν δέκα χρονών. Καταλάβαινε μόνο ότι το στεφάνι μύριζε παράδεισο.
Το φόρεσε στο κεφάλι. Βγήκε στο σοκάκι. Τα Βουρλά γιόρταζαν.
Ασβεστωμένα σπίτια κατάλευκα. Μπλε πόρτες ορθάνοιχτες. Σε κάθε πόρτα κι από ένα στεφάνι. «Στου σπιτιού μας την πόρτα θ’ ανθεί κρεμαστό ως την άλλη χρονιά». Πίστευαν όλοι πως θα ήταν εκεί και την άλλη χρονιά.
Ο Κωστάκης περπάτησε μέχρι την πλατεία. Οι συμμαθητές του, όλοι με στεφάνια. Ο Μανώλης, η Σμαρώ, ο Γιωργάκης. Έπαιζαν κυνηγητό, τα στεφάνια γέρναν στο κεφάλι. Γέλια, φωνές, αηδόνια.
«Κωστάκη, στάσου να σε βγάλω φωτογραφία», φώναξε ο δάσκαλος, ο κύριος Λεωνίδας. Είχε μια μηχανή από την Αθήνα.
Στάθηκε μπροστά στο σπίτι του. Πίσω του η μπλε πόρτα, η κληματαριά, η γάτα η Ψιψίνα. Ίσιωσε το στεφάνι. Χαμογέλασε.
Δεν ήξερε. Πως αυτή η φωτογραφία θα ήταν η τελευταία. Πως το στεφάνι θα ξεραθεί σε τέσσερις μήνες. Πως η μπλε πόρτα θα γίνει κάρβουνο. Πως η μάνα του θα πλέξει άλλο στεφάνι — όχι από λουλούδια, αλλά από δάκρυα, στον δρόμο για το Σκαλοχώρι.
Δεν ήξερε πως τα κλειδιά του σπιτιού θα κρέμονται στον λαιμό της μάνας του μέχρι να πεθάνει. Πως η Ψιψίνα θα μείνει πίσω. Πως ο κύριος Λεωνίδας θα σώσει από το Γυμνάσιο μόνο δύο βιβλία: τον Όμηρο και τον Σολωμό.
Ήξερε μόνο τον Μάη. Τον Μάη που «προβάλλει στη γη με ρόδα, με κρίνα». Ήξερε τη μυρωδιά του ζαμπακιού. Το χέρι της μάνας του στο κεφάλι του. Το γέλιο του Γιωργάκη.
Μάιος 1922. Τα Βουρλά ήταν καμάρι. Τα παιδιά φορούσαν στεφάνια. Οι μάνες πίστευαν στην άλλη χρονιά.
Σεπτέμβρης 1922. Τα στεφάνια ξεράθηκαν. Οι μάνες φόρεσαν μαύρα. Τα παιδιά περπάτησαν ξυπόλητα στη σκόνη.
Αλλά εκείνη τη μέρα, την Πρωτομαγιά, ο Κωστάκης ήταν μόνο ένα παιδί με στεφάνι. Και τα Βουρλά ήταν μόνο φως.
Τη φωτογραφία την έβγαλε ο κύριος Λεωνίδας. Την έσωσε η Κυρά-Δέσποινα. Την κράτησε ο Κωστάκης μέχρι τα 63 του.
Πίσω έγραφε με μολύβι: «Βουρλά, Μάης 1922. Να μη ξεχάσω».
Δεν ξέχασε ποτέ.”
ΥΓ του διαχειριστή της ΕΒΜΑ…..Τη φωτογραφία του Κωστάκη και το άρθρο το αλίευσα από το fb και είναι προ’ι’όντα τεχνητής νοημοσύνης.
Ο καλός μου φίλος Θ.Κ (λαογράφος,φιλόλογος και άριστος γνώστης του πολιτισμού της Μικρασίας)έγραψε γι΄αυτό:
”Καλημέρα και καλό μήνα!!!
Μπουρδολογούν ασυστόλως στο κείμενο!!! Η φωτογραφία με το πρώτο στεφάνι είναι δική μου, την έστειλα προχθές…
Γιασεμιά δεν υπάρχουν την Πρωτομαγιά!!! Ανθίζουν μετά τον Ιούλιο.
Το στεφάνι το έπλεκαν αποβραδίς κι όχι τα ξημερώματα.
Τα ζαμπάκια ανθίζουν τις Απόκριες. Αν πέσει πολύ νωρίς το Πάσχα, τα βάζουν στον επιτάφιο.
Στο μάη όλοι οι Ερυθραιώτες βάζουν λουλούδια εποχής, μάηδες, τριαντάφυλλα, πασχαλιές κλπ. και οπωσδήποτε ένα φρέσκο σκόρδο, ένα κλαδί κουκιάς με κουκί κι ένα στάχυ. Ο μάης κρεμιέται στην πόρτα ή στο μπαλκόνι (αν υπάρχει), δεν μπαίνει σε κεφάλι.
Η Πρωτομαγιά ήταν λαϊκή γιορτή, δεν γιόρταζαν στις πόλεις. Πήγαιναν στην εξοχή ως το απόγεμα (κάτι σαν την Καθαροδευτέρα) και γλεντούσαν. Πολλά σχολεία πήγαιναν με τους δασκάλους στην εξοχή, να πιάσουνε το μάη και να τραγουδήσουν, να παίξουν κλπ.
Τα σπίτια των Βουρλών δεν ήταν κάτασπρα ούτε είχαν μπλε πόρτες.
Το μαγιάτικο στεφάνι δεν κρατιέται ως του χρόνου. Καίγεται (αποξηραμένο εντελώς) τελετουργικά στις αφανοί, την παραμονή τ’ Άη-Γιαννιού του Κλήδονα, στις 23 Ιουνίου.
Δεν φορούσαν τα στεφάνια στο κεφάλι, παρά μόνο οι κοπέλες που μάζευαν μάηδες (κίτρινες και άσπρες μαργαρίτες της εξοχής). Έκαναν και κολιέδες απ’ αυτές.
Η φωτ. του παιδιού είναι εντελώς ψεύτικη, κάνει μπαμ. Άσε που είναι ντυμένο σα φτωχαδάκι, ζητιανάκι.
Σκαλοχώρι δεν υπάρχει στα Βουρλά ούτε η Σκάλα ονομαζόταν έτσι από κανέναν.
Την Αναξαγόρειο κανένας Βουρλιώτης δεν την είπε Γυμνάσιο…
Όλο το γραφτό είναι ψεύτικο και κατά φαντασίαν, γεμάτο ανακρίβειες, σε ύφος μελό για να συγκινήσει.
Καλό είναι να μη δημοσιεύονται τέτοια. Πολλοί θα τα παρανοήσουν και θα τα χρησιμοποιούν ως αληθινά.”
285