«Ο Ντελάλης και η Κουδούνα»
(Μέσα ανακοινώσεων και διαφημίσεων)
Οι ανακοινώσεις από μέρος των διαφόρων αρχών του τόπου, κυβερνητικών και κοινοτικών, στον πληθυσμό, γίνονταν και στα Βουρλά, ως τα τελευταία χρόνια πριν τη καταστροφή, με τον ντελάλη ή και με την κουδούνα.
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο γίνονταν και οι διαφημίσεις οποιασδήποτε φύσεως καθώς και οι προσλήψεις και αγγελίες ιδιωτών.
Αν π.χ. ένας έχασε το παιδί του ή την κατσίκα του, μπορούσε να ”βγάλει κουδούνα”, να το ανακοινώσει δηλ. στον πληθυσμό, να δώσει τα χαρακτηριστικά και να παρακαλέσει, όποιος το βρήκε να του το πάει κι αυτός θα του έδινε το ”μπαξίσι του”,το φιλοδώρημα.
Πρόκειται, όπως είναι φανερό, για τον γνωστό «δημόσιο κήρυκα», που εξυπηρετούσε άλλοτε και ως ένα σημείο, ανάλογες κοινωνικές και δημόσιες ανάγκες, όταν δεν υπήρχαν εφημερίδες, έντυπες τοιχοκολλήσεις και ραδιόφωνο. Πάντως εποχή όχι και τόσο μακρινή, αφού κι εμείς ακόμα τη ζήσαμε στα χρόνια μας.
Ο ντελάλης ήταν κατά κανόνα τούρκος και γι’ αυτό τον χρησιμοποιούσαν σχεδόν αποκλειστικά οι τουρκικές αρχές για τις ανακοινώσεις· δεν είχε βέβαια και τίποτε ιδιαίτερα προσόντα, εκτός από τη φωνή του,κάπως βοερή,καθώς έπρεπε φυσικά να ακούγεται σ’ όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση.
Ο κόσμος μια φορά τον ήξερε καλά και γι’ αυτό μόλις εμφανιζόταν στις χριστιανικές συνοικίες, καταλάβαιναν αμέσως πως κάτι θα είχε να ανακοινώσει και έσπευδαν έτσι ξοπίσω οι πιο περίεργοι μικροί και μεγάλοι, ως το σημείο που θα στεκόταν για να μιλήσει. Διάλεγε πάντα, καθώς είναι ευνόητο, κεντρικά μέρη, πλατεία, τις Λότζες, σταυροδρόμια, τρίστρατα. Στεκόταν και δεν άρχιζε αμέσως, αλλά περίμενε ως ότου σχηματιστεί γύρω του κάποιο «κοινό» και τότε βάζοντας το δεξί του χέρι στο μάγουλο, όπως οι μουεζίνηδες πάνω στους μιναρέδες των τζαμιών, άρχιζε να απαγγέλλει την αγγελία, μ’ ένα ύφος ηχηρό και ελαφρά τραγουδιστό· την τελευταία μάλιστα λέξη την τόνιζε ακόμα ηχηρότερα και την παρατραβούσε, σαν τους τενόρους στην κορώνα τους.

Από τους χριστιανούς όμως των Βουρλών, πολύ λίγοι ξέρανε τούρκικα· ένας λοιπόν απ’ αυτούς τους λίγους αναλάμβανε μετά το τέλος της αγγελίας τη μετάφραση της απλά πάντως και περιορισμένα, χωρίς δηλ. τις κραυγές και τις επισημότητες του ντελάλη. Κι’ αν τύχαινε και δε βρισκόταν κανένας τέτοιος, τότε οι ακροατές αναζητούσαν κάποιο γνωστό τους, που ήξερε τα τούρκικα κι’ είχαν ακούσει τον ντελάλη, έστω και σ’ άλλο σημείο της πόλεως, για να τους πληροφορήσει σχετικώς.
Η κουδούνα πάλι ήταν ο ρωμιός ντελάλης. Και τον λέγανε κουδούνα, όπως εύκολα μπορεί να το υποθέσει ο καθένας, γιατί αυτός χρησιμοποιούσε για να επιτυγχάνει καλύτερα στην αποστολή του, μια κουδούνα, σαν κι’ εκείνες των γυρολόγων πραματευτάδων με ξύλινο χερούλι μονάχα κάπως μεγαλύτερη.
Και η κουδούνα ήταν ένας συνηθισμένος Βουρλιώτης με βράκες και όχι με φράγκικα. Ίσως να έχει κάποια σημασία αυτή η παρατήρηση οι φράγκοι —οι ντυμένοι δηλ. με στενά, φράγκικα— θα πρέπει να θεωρηθούν κάπως μορφωμένοι να ξέρουν γράμματα δηλ. κάτι περισσότερο από τους άλλους τους βρακάδες.
Αυτός λοιπόν ο ρωμιός δημόσιος κήρυκας, η κουδούνα, όπως όλοι τον αποκαλούσαν (και φρ. «περνάει η κουδούνα» ή « το είπε η κουδούνα»), όταν έφτανε επίσης σε κάποιο κεντρικό σημείο της πόλεως και αυτός και πριν αρχίσει την εξαγγελία του, χτυπούσε την κουδούνα του επαναλαμβανόμενα για να προσελκύσει το ακροατήριό του. Μιλούσε συχνά και από χειρογράφου, προπάντων όταν επρόκειτο για ανακοίνωση επίσημης αρχής. Η απαγγελία, αναλόγως βέβαια και των ιδιαίτερων χαρισμάτων του κήρυκα και της αντιλήψεώς του για την τέχνη του, ήταν ηχηρή φυσικά, αρκετά μακρόσυρτη, λιγότερο όμως τραγουδιστή.
Αν επρόκειτο για τη διαφήμιση ενός οποιουδήποτε εμπορεύματος, η κουδούνα κρατούσε στο χέρι κι’ έσερνε μαζί του και το επεδείκνυε και λίγο δείγμα από το εμπόρευμα: κομμάτι κρέας, μια παστή σαρδέλα, μια πλάκα σαπούνι κ.τ.τ.
Στα Βουρλά, βγαλμένη απ’ όλα τα πιο πάνω, λεγόταν και η ακόλουθη χαρακτηριστική και πολύ συνηθισμένη φράση: «ήβγαλε ντελάλη » ή και προ πάντων, γιατί ήταν και η φράση πιο χτυπητή, «ήβγαλε κουδούνα», προκειμένου για την ανεπιφύλακτη και ευρεία διάδοση από κάποιον ενός μυστικού,είτε ξένου που του το είχαν εμπιστευθεί, είτε και δικού του, ατομικού.