”Το αμπέλι για το Βουρλιώτη δεν ήταν μονάχα το κτήμα του, το βιοποριστικό του επάγγελμα, η ζήση του. Ήταν βέβαια όλα αυτά, αλλά και κάτι άλλο πολύ σπουδαιότερο από αυτά. Ένα κομμάτι αληθινά από το “είναι” του, από την ψυχή του. Το αγαπούσε και το λαχταρούσε και το κανάκευε και το καμάρωνε σαν “παιδί” του. Χωρίς ρούχα μπορούσε να μείνει σε μια δύσκολη περίσταση και χωρίς λούσα κι αυτός κι η γυναίκα του το αμπέλι όμως θα είχε, χωρίς άλλο τη δούλεψή του στην εντέλεια. Σπίτι μεγάλο και αρχοντικό δε ζούλευσε και γι’ αυτό δεν έκανε συνήθως ο Βουρλιώτης.
“Σπίτι όσο χωρείς κι αμπέλι όσο θωρείς”, έλεγε.
Αμπέλι όμως μεγάλο και περιποιημένο με νοικοκυροσύνη και με μεράκι, με μαξούλι πολύ και διαλεχτό πάντα το ονειρευόταν. Το μαξούλι αυτό το πολύ και το ξεχωριστό στην ποιότητα ήταν το καμάρι του, όπως η εξυπνάδα και η προκοπή του παιδιού του. Ο καλός ρεσπέρης, με την κυρία έννοια του αμπελουργού, ήταν πρόσωπο σεβαστό και κοσμοζουλεμένο στα Βουρλά. ”
Ο Ν.Μηλιώρης με τον σαλβαροφορεμένο Γιώργη Τσαγκάρη καταθέτουν στεφάνι στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη,εκ μέρους του Συνδέσμου των Απανταχού Βουρλιωτών ”Ο Αναξαγόρας”, στις 29 Νοεμβρίου 1953.
ΥΓ…Ο Νίκος Μηλιώρης γεννήθηκε το 1896 στα Βουρλά της Μικράς Ασίας. Αποφοίτησε από την Ευαγγελική Σχολή και εργάστηκε ως γραμματέας στην Αναξαγόρειο Σχολή και στη συνέχεια ως λογιστής σε εμπορικά καταστήματα. Λίγα χρόνια πριν τη μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου γράφτηκε στη στρατιωτική Σχολή Επιμελητείας και Διαχειρήσεως (αποφοίτησε το 1922). Ακολούθησε στρατιωτική καριέρα και αποστρατεύτηκε με το βαθμό του συνταγματάρχη το 1952. Το 1924 εγκαταστάθηκε στη Νέα Ιωνία όπου, ως το 1962 που μετακόμισε στου Παπάγου, στέγασε πρώτα την προσφυγική οικογένειά του (μητέρα και αδελφό, αφού ο πατέρας του σκοτώθηκε στα Βουρλά) και από το 1940 τη γυναίκα του Ρίτα Μαυρογιαννάκη και τον γιο του Άγγελο.
Έστρεψε όλη την προσοχή του στη διάσωση και διάδοση του μικρασιατικού πολιτισμού, ιδρύοντας συλλόγους (Ιωνικός Σύνδεσμος, Σύνδεσμος Φίλων της Βυζαντινής Μουσικής, κ.ά.), γράφοντας άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά, συμμετέχοντας στο Συμβούλιο Στεγάσεως Προσφύγων του Υπουργείου Προνοίας, στη Βιβλιογραφική Εταιρία της Ελλάδος, στην Ένωση Σμυρναίων. Ασχολήθηκε καθοριστικά με τις εκδόσεις της Ενώσεως Σμυρναίων, αφού συμμετείχε στη σύνταξη του περιοδικού Μικρασιατικά Χρονικά και υπήρξε ο πρώτος, επί πολλά χρόνια, διευθυντής της εφημερίδας Μικρασιατική Ηχώ.
Για το δίτομο έργο του «Τα Βουρλά της Μικράς Ασίας”,ο Ν.Μηλιώρης,βραβεύτηκε τον Δεκέμβριο του 1966 από την Ακαδημία Αθηνών.Τον έπαινο του επιδίδει ο μετέπειτα Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κων/νος Τσάτσος.Πίσω του διακρίνονται ο Γεώργιος Ράλλης και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος.
Φώτης Κόντογλου.
Ενα από τα πιο συγκλονιστικά και νοσταλγικά κείμενα της νεοελληνικής γραμματείας, παρμένο από το έργο «Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου» του Φώτη Κόντογλου είναι το παρακάτω.
«Αν σε ξεχάσω, πατρίδα μου, ας τυφλωθούν τα μάτια μου. Ας χάσω το φως μου και ας γυρνώ στους δρόμους ψηλαφώντας με το ραβδί, χωρίς να βρίσκω ούτε έναν τοίχο να με οδηγήσει. Αν σε βγάλω από τον νου μου, ας στερέψει η φωνή μου και ας παραλύσει το δεξί μου χέρι. Γιατί χωρίς τη μνήμη σου, η ζωή μου δεν έχει πια κανένα νόημα και καμία κατεύθυνση.»
Ο Κόντογλου παραφράζει εδώ τον στίχο από τον Ψαλμό 136 («Επί των ποταμών Βαβυλώνος») για να εκφράσει τον αξεπέραστο καημό για τη χαμένη πατρίδα, τη Μικρά Ασία, συνδέοντας την απώλειά της με το θείο δράμα και την πίστη.
Ο παραφρασμένος όρκος του Φώτη Κόντογλου, βασισμένος στον γνωστό Ψαλμό 136 («Εάν σου επιλάθωμαι, Ιερουσαλήμ…»), μεταφέρει το αρχαίο βιβλικό κείμενο στη σύγχρονη τραγωδία του μικρασιατικού ξεριζωμού.
ΥΓ….Ο Φώτης Κόντογλου, (γεννημένος ως Αποστολέλλης στο Αϊβαλί στις 8 Νοεμβρίου 1895,πέθανε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 1965) ήταν Έλληνας ζωγράφος, αγιογράφος και συγγραφέας.
Αναζήτησε την «ελληνικότητα», δηλαδή μία αυθεντική έκφραση, επιστρέφοντας στην ελληνική παράδοση, τόσο στο λογοτεχνικό όσο και στο ζωγραφικό του έργο. Είχε ακόμη σημαντικότατη συμβολή στον χώρο της βυζαντινής εικονογραφίας. Σήμερα θεωρείται ως ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της «Γενιάς του ’30». Μαθητές του ήταν ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Νίκος Εγγονόπουλος.
Το «Αϊβαλί η πατρίδα μου» είναι ένα από τα πιο εμβληματικά έργα του Φώτη Κόντογλου. Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1962 και αποτελεί έναν ύμνο νοσταλγίας και βαθιάς αγάπης για την ιδιαίτερη πατρίδα του, τις Κυδωνίες (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας, που χάθηκε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.