
Στον Βύρωνα ορθοπόδησε, άνοιξε ένα κατάστημα κιγκαλερίας (2), (ίδιο κατάστημα είχε στὴν «Ἀπάνου Λότζα – Κεντρικὴ Ἀγορὰ στὶς Ἑλληνικὲς Συνοικίες τῶν Βουρλῶν – στὸν Κεντρικὸ Δρόμο») και όλα πήγαιναν καλά.
Το κατάστημα, μετά από έρευνά μας διαπιστώσαμε ότι ήταν το υπ’ αριθ. 2 της Αγοράς της Συνοικίας Βύρωνος. Το δεύτερο κατάστημα της Αγοράς επί της οδού Χρυσοστόμου Σμύρνης, όπως ανεβαίνουμε από Παγκράτι.
Μέχρι, που ήρθε η Κατοχή και τα ρήμαξε όλα, και τις δουλειές του και την υγεία του. Ο Γιώργης Σίμος, αυτή η εξέχουσα μορφή της Μικρασίας πέθανε κατά το 1962.

Η εφημερίδα «ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΑΚΑ ΝΕΑ-Ο ΚΟΣΜΟΣ» στην 7η σελίδα του φύλλου της 8ης Φεβρουαρίου 1971 δημοσιεύει αφιέρωμα του Νίκου Ε. Μηλιώρη στον Γιώργη Σίμο.
Συνοδεύεται από μια φωτογραφία του Γ. Σίμου, όχι καλή. Παρόλα αυτά την δημοσιεύουμε μην έχοντας κάποια άλλη.

Διαβάστε το παρακάτω κείμενο, να μάθετε πως λειτουργούσαν οι ἐπαγγελματικές συντεχνίες τους, τα «σινάφια» τους, ποὺ περισσότερο μάλιστα ἀπὸ ὁποιουσδήποτε συνδικαλιστικοὺς σκοποὺς ἀποβλέπανε σὲ ἐξυπηρετήσεις γενικότερες ἐθνικὲς καὶ πολιτιστικὲς τῶν ὑποδούλων ὁμοεθνῶν συμπατριωτῶν των.
«ΤΥΠΟΙ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
Ο ΓΙΩΡΓΗΣ ΣΙΜΟΣ
Σωματείο, πού στὸν ἀπoλογισμό τοῦ ἀφήνει περισσεύματα καὶ δὲν ἔχει χρέη είναι σωματείο ἀποτυχημένο.
Αυτήν την κουβέντα την πρωτάκουσα, πριν πολλά χρόνια, στα Βουρλά ακόμη, ἀπὸ τὸ Γιώργη το Σίμο. Δικαιολογημένα νομίζω μοῦ προξένησε ιδιαίτερη εντύπωση, αὐτὸς ὁ ἀρκετὰ περίεργος αφορισμός πρωτότυπος, ἐκπληκτικός, ἂν δὲν προφτάση να εμβαθύνη κανείς, ὅταν τὸν πρωτακούει έξυπνος ὅσο καὶ νάναι.
Κι’ ἔτσι δὲν τόν ξέχασα ἀπὸ τότε κι’ ἀκόμα, ἀπὸ μόνος του, μοῦ ‘ρχόταν νὰ τόν συνδυάζω μέ ὁρισμένα σχετικά περιστατικά, ποὺ τύχαινε ἔκτοτε να πέσουν στὴν ἀντίληψή μου καὶ νὰ τὰ προσέξει.
Το Γιώργη το Σίμο, τὸν θυμοῦνται ἀσφαλῶς πολύ καλὰ οἱ παλιοί Βουρλιώτες ἤτανε στην εποχή του μια προσωπικότητα ἀρκετὰ σημαντικὴ τοῦ τόπου των. Πρόεδρος για μια μεγάλη περίοδο τῆς Συντεχνίας τῶν Παντοπωλῶν καὶ ̓Αλευροπωλών, τοῦ «Συναφιού τῶν Μπακάληδων», κατὰ τὴν συνηθισμένη ορολογία ἡ ἔστω ἔκφραση «Μπακάλμπασης», ὅπως θὰ λέγανε οἱ τουρκομερίτες Ἕλληνες τοῦ περασμένου αἰῶνα.
(Την παραπάνω μαρμάρινη πλάκα της συντεχνίας τη βρήκαμε στην αυλή ενός μπάρ το 2015 σε ταξίδι της ΕΒΜΑ στα Βουρλά).
Μποροῦν καὶ οἱ Βουρλιώτες να καυχηθοῦν, γιὰ ἀρκετὲς ἐκδηλώσεις καὶ ἐπιτεύξεις τῆς ἐθνικοκοινωνικής των ζωῆς. Καὶ πάνω σ’ αυτό, νομίζω πώς θὰ εἶχαν μεγάλο δίκιο, να καυχιούνται γι’ αὐτὲς τὶς ἐπαγγελματικές συντεχνίες τους τα «σινάφια» τους ποὺ περισσότερο μάλιστα ἀπὸ ὁποιουσδήποτε συνδικαλιστικοὺς σκοποὺς ἀποβλέπανε σὲ ἐξυπηρετήσεις γενικότερες ἐθνικὲς καὶ πολιτιστικὲς τῶν ὑποδούλων ὁμοεθνῶν συμπατριωτῶν των.
Ἀρκετά ἔχω γράψει καί γιά αὐτὸ τὸ θέμα στόν πρώτο τόμο τῆς μελέτης μου γιά τά Βουρλά (1). Λίγα λόγια θά ἐπαναλάβω ἐδῶ, μὲ τὴν ἀφορμὴ τῆς μνήμης τοῦ Γιώργη Σίμου, γιὰ τὸ ἀξιόλογο αναμφισβήτητα ἔργο τριών Συντεχνιῶν τῶν Βουρλῶν, το ἀναφερόμενο, στὴν ὡραία καὶ εὐγενική, τὴν κυρία πράγματι σωματειακή των δραστηριότητα στην ουσιαστικὴ ὑποστήριξη ἀπὸ αὐτῆς λαϊκῆς παιδείας τῶν Ἑλλήνων τῆς Μικρασιατικῆς ἐκείνης Κοινότητας: τῆς Συντεχνίας τῶν Υποδηματοποιῶν – τῶν «τσαγκαράδων» -, τῆς Συντεχνίας τῶν Κουρέων – τῶν «μπαρμπέρηδων» – καὶ τῆς Συντεχνίας τῶν Παντοπωλῶν καὶ ̓Αλευροποιῶν, ποὺ προαναφέραμε. Ἡ καθεμιά, εἶχεν ἀναλάβει τη συντήρηση ἑνὸς σχολείου μὲ μιὰν ἢ δυό τάξεις, σὲ κάποια ἀπὸ τις μᾶλλον ἔκκεντρες, τὶς λαϊκότερες μποροῦμε νὰ ποῦμε περιοχές τῶν Βουρλών.
Στὸν Ἄη Γιώργη τὸν Ὀρφανό , κοντὰ στὸ ὁμώνυμο ἐκκλησάκι, στην περιοχή τοῦ Γιακά, πάνω στο λόφο, ἡ Συντεχνία τῶν Υποδηματοποιών. Είχε τελευταίως δύο κατώτερες τάξεις (δημοτικοῦ) καὶ μιὰ προκαταρκτική μὲ ἀριθμό συνολικά 200 – 250 παιδιὰ καὶ 3 – 4 δασκάλισσες.
Στην συνοικία Σειρᾶ (Σειρᾶ Μαχαλά) ἡ συντεχνία τῶν κουρέων, μὲ δυὸ δασκάλισσες καὶ περὶ τα 100 παιδιά. Είχε προκαταρκτικὴ καὶ πρώτη τάξη. Ο Μ. Μιχαηλίδης – Νουάρος Γενικός Ἐπιθεωρητὴς Ἐκπαιδεύσεως τῆς Ἑλληνικῆς Ἁρμοστείας Σμύρνης, σὲ μιὰ του σχετικὴ μελέτη, ποὺ δημοσίευσε στὴ Μικρασιατικὰ Χρονικὰ» (τόμος ΣΤ ́), ἀναφέρει γιὰ τὸ σχολειὸ αὐτό, κατὰ τὸ σχολικὸν ἔτος 1921 – 1922, δασκάλισσες 3 καὶ 205 μαθητές.
Καὶ στὴ συνοικία Μορτάκια καὶ στὴν περιοχὴ τῶν Δέκα Μύλων ἡ Συντεχνία τῶν Παντοπωλῶν καὶ ̓Αλευροποιῶν συντηροῦσε τὸ καλλίτερα ὀργανωμένο ἀπὸ ὅλα τὰ συνοικιακὰ σχολειά των Βουρλῶν. Τὸ σχολείο αὐτὸ ἱδρύθηκε κατὰ τὸ 1880. Ἰδιαίτερα σημαντικὴ ὑπῆρξεν ἡ ἀνάπτυξή του τὰ τελευταῖα κυρίως χρόνια (1910 – 1922) καὶ ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀποδοθῆ ἀκριβῶς στὸ ζῆλο, στὶς πρωτοβουλίες, στὴν ἐξαιρετικὴ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αυτῆς δραστηριότητα, τοῦ κατὰ τὴ χρονικὴν ἐκείνην περίοδο προέδρου τῆς Συντεχνίας, τοῦ Γιώργη τοῦ Σίμου, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ προσθέσουμε καὶ τοῦτο, καὶ στὴν ἱκανότητα τῆς διευθυντρίας τοῦ Ἀργυρὼς Μπελώνη, μιᾶς ἐπίσης δραστήριας, ἔξυπνης καὶ μορφωμένης παιδαγωγοῦ. Κοντὰ στὸ παλαιότερο κτίριο κτίστηκαν κατὰ τὴν περίοδον αὐτήν, τρεῖς ἀκόμη αἴθουσες παραδόσεων. Ἔκτὸς ἀπὸ τὴ Διευθύντρια, εἶχεν καὶ τρεῖς ἄλλες δασκάλισσες ἀποφοίτους διδασκαλείου – τοῦ Κεντρικοῦ Παρθεναγωγείου τῆς Σμύρνης – καὶ μιὰ βοηθό. Ἔφτασε κιόλας νὰ λειτουργῇ τελευταίως ὡς πλήρης μεικτὴ ἐξατάξιος ἀστικὴ σχολὴ μὲ ἀριθμὸ μαθητῶν καὶ μαθητριῶν 250-300. Η φιλοδοξία καὶ οἱ προσπάθειες καὶ τοῦ προεδρείου τῆς Συντεχνίας τῶν Παντοπωλῶν καὶ τῆς Διευθύνσεως τοῦ σχολείου ἦσαν, νὰ μὴ ὑστερῆ σὲ τίποτε τὸ σχολεῖο αὐτό, ἀπὸ ἀπόψεως ἐκπαιδευτικῶν ἐπιδιώξεων, μέσων και μορφωτικών ἀποτελεσμάτων ἀπὸ τὸ «Μεγάλο Σχολειό» -τὴν ̓Αναξαγόρειο Σχολή των Βουρλῶν. – Και μποροῦμε νὰ ποῦμε καὶ νὰ τὸ ταυτίσουμε, πὼς οἱ προσπάθειες αυτὲς εἶχαν φέρει πραγματικά τά ἐπιδιωχθέντα ἀποτελέσματα. ‘H δουλειὰ ποὺ τὰ τελευταῖα χρόνια γινόταν στὸ σχολειό τῶν «Μπακάληδων, των Βουρλῶν, στα Μορτάκια, ήταν καθ’ όλα εφάμιλλη μὲ τὴ δουλειά τῆς ̓Αναξαγορείου Σχολῆς, ἐνός σχολείου, που είχεν γενικά αναγνωρισθῆ ἀπὸ καιρό, σὰν ἕνα ἀπὸ τὰ καλλίτερα τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς ̓Ανατολής.
Τὸ μαγαζί του Σίμου, στὴν Ἀπάνου Λότζα – Κεντρικὴ Ἀγορὰ στὶς Ἑλληνικὲς Συνοικίες τῶν Βουρλῶν – στὸν Κεντρικὸ Δρόμο, κάτω ἀκριβῶς ἀπὸ καμπαναριὸ τῆς Παναγίας, μητροπολιτικοῦ ναοῦ τῆς Κοινότητας, δὲν ἦταν πάντως μπακάλικο, κατὰ τὴν κοινὴν καὶ τότε ἀντίληψη: ἦταν κατάστημα κιγκαλλερίας· τὸν ὅρον νομίζω στὰ Βουρλὰ γιὰ πρώτη φορὰ τὸν χρησιμοποίησε ἐκεῖνος γι’ αὐτὰ τὰ μαγαζιὰ ψιλικῶν καὶ μπαχαρικῶν· καὶ δὲν ἦταν μονάχα ὁ καινούριος ὅρος, ἀλλὰ καὶ ἕνας καινούριος τόνος, ποὺ ἔφερε ὁ Σίμος σ’ αὐτὸ τὸ εἶδος. Διαρρύθμιση συστηματική, μεγάλη ποικιλία ἀντικειμένων, βιτρίνες μέσα καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ μαγαζὶ γεμᾶτες, στολισμένες ἀκριβέστερα μὲ τὰ διάφορα εἴδη, διαφήμηση κατὰ τὰ μέσα τῆς ἐποχῆς μεθοδική — φέϊγ – βολάν, ἀκόμη καὶ ἡμερολόγια τῆς τσέπης κατὰ τὴν πρωτοχρονιά — φωτισμὸς ἐντυπωσιακός. Εἶχε φέρει ὁ Σίμος καὶ στὸν ἐμπορικὸ κλάδο του, ἀλλὰ καὶ γενικότερα στὴν βουρλιώτικη κοινωνία, ἀνάλογα μὲ τὸν κύκλο του καὶ τὴν ἐπιρροή του, ἕναν ἀέρα πολιτισμοῦ τοῦ εἶχε καλλιεργηθῇ αὐτὸς ὁ πολιτισμὸς κατὰ τὴ θητεία του καὶ μάλιστα στὰ νιάτα του, κοντὰ στὸν προτελευταῖο Μητροπολίτη Ἐφέσου Ἰωακεὶμ Εὐθυβούλη τὸν ἀείμνηστον ἐκεῖνον φαναριώτη ἀριστοκράτη. Ὑπηρέτησε κοντά του ὡς φροντιστὴς καὶ ἀκόλουθος καὶ μὲ τὴν ἰδιότητά του αὐτὴν τὸν παρακολουθοῦσε καὶ στὴν Πόλη, ὅταν ἐκαλεῖτο ὁ Δεσπότης του ὡς συνοδικὸς καὶ σὲ κάποια ταξίδια του στὴν Εὐρώπη, στὴ Βιέννη, θυμᾶμαι μοῦ εἶχε πεῖ. Ἑπόμενο αὐτὰ νὰ εἶχαν ἐπιδράσει στὴ ζωὴ καὶ στὴν συμπεριφορά του.
Κι’ ἀπὸ φυσικού του ο Σίμος ἦταν ἕνας τύπος χαριτωμένος ὁμορφάνθρωπος· ἀνοιχτόκαρδος· μὲ κάποιο χιούμορ στήν κουβέντα του γλεντζές καλός χορευτής. Ξεχώριζε καὶ μὲ τὰ ἄλλα κοινωνικα προσόντα του κατά τις χορευτικές συγκεντρώσεις του Μουσικού Ομίλου των Βουρλών.
Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ τὸν ἐπέβαλε σὰν παράγοντα τοῦ τόπου ἤταν βέβαια ἡ δράση του καὶ τὰ ἐπιτεύγματά του, ὡς Προέδρου τῆς Συντεχνίας τῶν Παντοπωλῶν. Εἴδαμε πιὸ πάνω σὲ γενικὲς γραμμὲς τί εἶχεν ἐπιτύχη κατὰ τὴν ἀνάπτυξη καὶ λειτουργικὴ ὀργάνωση τοῦ συνοικιακοῦ σχολείου τῆς Συντεχνίας του. Εἶχε βέβαια τὶς φιλοδοξίες του, κάποιας μάλιστα ἀνώτερης ὕφης, καταλαβαίνουμε, ποὺ τοῦ τὶς ἐνέπνευσε κιόλας συγκεκριμένα, τὸ γεγονὸς τῆς ἀναθέσεως σ’ αὐτὸν τῆς προεδρείας τῆς Συντεχνίας του. Εἶχεν ὅμως καὶ μιὰν ἀρχή, ἀναφερομένη σὲ μιὰ σωστὴ καὶ ἀποτελεσματικὴ κατὰ τὴ γνώμη του, σωματειακὴ μεθοδολογία αὐτὴν ποὺ ἀρχικὰ ἀναφέραμε. Τὴν ἐφήρμοσε καὶ ἐπέτυχε, ὅσα ἐπέτυχε.
Τὰ προηγούμενα συμβούλια τῆς Συντεχνίας, θυμοῦμαι, ἐπίσης, μοῦ ἐπεξηγοῦσε κάποτε, καμαρώνανε γιὰ τὰ περισσεύματα, ὅταν κατορθώνανε καὶ εἴχανε στὸ ταμεῖο. Ἐγὼ ὄχι μονάχα περισσεύματα, δὲ θέλησα, δὲ προσπάθησα νὰ κάνω, ἀλλὰ τὸ ἐναντίο· ὅσο μποροῦσα ἔκανα χρέη· ἔκτισα ἔτσι καινούριες αἴθουσες στὸ σχολεῖο καὶ διώρισα καὶ ἄλλες δασκάλισσες. Τὰ χρέη σιγά-σιγά τὰ βγάζαμε, γιατί καὶ τὰ μέλη τῆς Συντεχνίας, ὅταν βλέπανε τὰ ἔργα μας, πρόθυμα συνεισφέρανε περισσότερα ἀπὸ τὰ κανονισμένα κι’ ἐγὼ καὶ τὰ ἄλλα μέλη Συμβουλίου τῆς Συντεχνίας καταβάλαμε, ἔτσι καὶ ἀναγκαστικά, μεγαλείτερη δραστηριότητα, vα βγάλουμε τὰ χρέη μας· νὰ δημιουργήσουμε καινούριους πόρους. Τὰ χρέη τὰ βγάζαμε· τὰ ξοφλούσαμε· τὰ ἔργα ὅμως μένανε.
Μετὰ τὴν Καταστροφή, οἱ παλαιότεροι κάτοικοι τοῦ προσφυγικοῦ Συνοικισμοῦ Βύρωνος τὸν θυμοῦνται ἀσφαλῶς. Μπόρεσε κι’ αὐτὸς καὶ ἄνοιξε ἐκεῖ, ἕνα κατάστημα κιγκαλλαρίας – τί ἄλλο; καὶ μ’ αὐτὸ ἀγωνιζόταν νὰ ζήση τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν οἰκογένειά του. Καὶ τὰ κατάφερε ἀρκετὰ καλά. Βρῆκε τὸ κέφι του πάλιν καὶ κάθε βράδυ μακάριος, ἀναθυμούμενος τὰ περασμένα του, τραβοῦσε τὸν ναργκιλέ του, στὴ μικρὴ βεράντα τοῦ προσφυγικοῦ του καταλύματος, κάπου ἐκεῖ στὴ συνοικία τοῦ ̓Ἁγίου Λαζάρου καὶ τὶς Κυριακὲς ταχτικά, συνήθως μόνος, πήγαινε ἔξω ἀπὸ τὴν ̓Ἀθήνα, νὰ γνωρίση τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ἔλεγε καὶ τὶς ἀρχαιότητές της.
Ἡ κατοχὴ ὅμως, ἄλλη καταστροφὴ τοῦ χάλασε τὴ δουλειά του καὶ τοῦ ἔκανε ζημιὰ καὶ στὴν ὑγεία του. Πέθανε κατὰ τὸ 1962. Ὑπῆρξεν ἕνας ἄνθρωπος κάποια προσωπικότητα χωρὶς ἄλλο, ποὺ δὲν ξεχνιέται ἀπὸ ὅσους τὸν γνωρίσαμε λίγο πολὺ ἀπὸ κοντά. Ἐνδεχομένως, μπορεῖ νὰ χρησιμεύση καὶ σὰν παράδειγμα σ’ ὅσους ἔχουν ἀναδεχτῆ καὶ ἐπιδιώκουν ἕναν ἀνώτερον καὶ ὁπωσδήποτε εὐρύτερον κοινωνικὸν προορισμόν.
……………………………………………………………………ΝΙΚΟΣ Ε. ΜΗΛΙΩΡΗΣ
(1) Βλέπε Νίκου Σ. Μηλιώρη «Τὰ Βουρλά της Μ. Ασίας», Μέρος Α ́ Ιστορικά. ̓Αθῆναι 1957, σελ. 207 – 293 και σελ. 198-304.»,συγκεκριμένα στις σελίδες 207,306,307,293 και 303.
(2)—”Κιγκαλερία.”…Λέξη της ελληνικής καθομιλουμένης εκ της γαλλικής “Quincaillerie” με την οποία και υπονοείται κάθε
μεταλλικό μικροαντικείμενο κυρίως οικιακής, οικοδομικής ή κηπευτικής χρήσης.Καταστήματα με “είδη κιγκαλερίας” διαθέτουν από καρφοβελόνες, βίδες, γάντζους κλπ, μέχρι παντός είδους
εργαλεία, ανταλλακτικά συσκευών, ακόμη και μικρο-συσκευές οικιακής χρήσης ή μεταλλικά είδη εξοχής.

Πηγή Τεκμηρίου : Εφημερίδα «ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΑΚΑ ΝΕΑ-Ο ΚΟΣΜΟΣ», 7η σελίδα του φύλλου της 8ης Φεβρουαρίου 1971. Αφιέρωμα του Νίκου Ε. Μηλιώρη στον Γιώργη Σίμο. Από το Αρχείο της «Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων».

Ψηφιακή Επεξεργασία Εικόνας και σχολιασμός : Μιχαήλ Γ. Τοπούζης.
—Πρόσθεση επιπλέον πληροφοριών και φωτογραφιών από Φ.Καραλή,πρόεδρο της Ενωσης Βουρλιωτών Μ.Ασίας.